Πέμπτη, 25 Φεβρουαρίου 2010

Ιστορική αναδρομή του θεσμού της φυλακής


Η δημιουργία του ποινικού δικαίου, μια από τις διαστάσεις του οποίου αποτελεί κι ο τρόπος αντιμετώπισης των ατόμων που διαπράττουν αδικήματα, συμβαδίζει με τον πρώτο σχηματισμό οργανωμένου κράτους. Από τότε μέχρι σήμερα, τα στοιχεία που το συνθέτουν, όπως είναι οι διαφορετικές συμπεριφορές που θεωρούνται ως αδικήματα, οι μέθοδοι που χρησιμοποιούνται για την καταστολή τους κι η μεταχείριση των εγκληματιών, διαφοροποιούνται συνεχώς, ανάλογα πάντα με τις εκάστοτε κοινωνικές συνθήκες. Τα διαφορετικά κοινωνικά δεδομένα κάθε εποχής επιδρούν σε μεγάλο βαθμό τόσο στην ποινικοποίηση ή αποποινικοποίηση συγκεκριμένων μορφών συμπεριφοράς, όσο και στην κοινωνική αλλά και θεσμοθετημένη αντίδραση που αυτές προκαλούν. Με τον ίδιο τρόπο, η γέννηση της φυλακής, ως μέθοδος ποινικής καταστολής κι η ιστορική της εξέλιξη έως ότου αυτή λάβει τη σημερινή της μορφή, συνιστούν αποτέλεσμα διαδοχικών κοινωνικών μεταβολών.
Παρά το γεγονός ότι η στέρηση της ελευθερίας κι ο περιορισμός, μέσω της φυλάκισης, ατόμων που διαπράττουν αδικήματα ανάγεται στα βάθη των αιώνων, ακόμη κι από την ελληνική αρχαιότητα, η καθιέρωση της φυλακής ως χώρου έκτισης της θεσμοθετημένης τιμωρίας αποτελεί ένα σχετικά σύγχρονο φαινόμενο, η εμφάνιση του οποίου τοποθετείται χρονικά στην εποχή του Μεσαίωνα. Η δημιουργία της φυλακής συνιστά την αφετηρία ανθρωπιστικών τρόπων εκτέλεσης της ποινής, σε αντίθεση με τα βασανιστήρια, δηλαδή τις σκληρές και βάναυσες σωματικές κυρώσεις, που χρησιμοποιούνταν πριν την συγκρότησή της. Για το λόγο αυτό και σε σύγκριση με τα προηγούμενα είδη τιμωριών, η φυλακή χαρακτηρίζεται ως «ποινή κάθε πολιτισμένης κοινωνίας» (Τσαλίκογλου, 1989. Αλεξιάδης, 1993. Παύλου & Γιούνη, 2003).
Η πρώτη φυλακή, το πρώτο «σωφρονιστήριο», ιδρύθηκε στο Λονδίνο, το 1557 κι ακολούθησε η ίδρυση δύο σωφρονιστηρίων στο Άμστερνταμ, το 1596 και λίγο αργότερα στη Γερμανία και την Ελβετία. Μέχρι την ίδρυσή τους οι κρατούμενοι τοποθετούνταν σε διαφόρων ειδών ιδρύματα, χωρίς να εξυπηρετεί η κράτησή τους κάποιο συγκεκριμένο σκοπό. Είναι χαρακτηριστικό ότι στα ιδρύματα αυτά οι κρατούμενοι συνυπήρχαν με ασθενείς με ανίατες νόσους, άστεγους, εγκαταλειμμένα παιδιά κι άλλες κατηγορίες ανθρώπων. Αργότερα, το 1704, εγκαινιάστηκε από τον πάπα Κλήμη 11ο το πρώτο σωφρονιστικό ίδρυμα για ανήλικους εγκληματίες. Στην Ελλάδα οι πρώτες φυλακές δημιουργήθηκαν περίπου το 1887, ενώ πριν από την ίδρυσή τους το σκοπό αυτό εξυπηρετούσαν κυρίως τα ενετικά φρούρια (Κουράκης, 1985. Αλεξιάδης, 1993. Χάιδου, 2002).

Ωστόσο, κατά την Τσαλίκογλου (1989), τα σωφρονιστήρια αυτά δεν θεμελίωναν την τιμωρία του εγκληματία κατά τη δημιουργία τους. Αρχικά, είχαν χαρακτήρα φύλαξης, καθώς σε αυτά κρατούνταν οι υπόδικοι μέχρι την παραπομπή τους σε δίκη και τον ορισμό της ποινής. Η θέσπιση της φυλακής σαν χώρος εκτέλεσης της ποινής ή οι ποινές κατά τις ελευθερίας, που αποτελούν τις ποινικές κυρώσεις της εποχή μας, έκαναν την εμφάνισή τους μόλις στα τέλη του 18ου αιώνα.
Πιο συγκεκριμένα, μέχρι το 18ο αιώνα οι διάφορες μέθοδοι ποινικής καταστολής στόχευαν στην ανταπόδοση για το διαπραχθέν έγκλημα και στην εξόντωση ή το στιγματισμό του δράστη. Είδη κυρώσεων αποτελούσαν η θανατική ποινή, που μπορούσε να πραγματοποιηθεί με 150 περίπου διαφορετικούς τρόπους, όπως περιγράφεται στην Constitutio Criminalis Carolina του 1532, οι σωματικές ποινές, όπως η αποκοπή μελών του σώματος, το μαστίγωμα ή ο στιγματισμός, η καταδίκη σε καταναγκαστική εργασία, για παράδειγμα σε γαλέρες, η εξορία ή η αποστολή σε αποικίες, καθώς κι οι χρηματικές ποινές. Η στέρηση της ελευθερίας ήταν άγνωστη σαν τρόπος τιμωρίας. Η κράτηση αποσκοπούσε είτε στον περιορισμό του εγκληματία μέχρι να πραγματοποιηθεί η δίκη και να εκτελεστεί η ποινή είτε στην εκμετάλλευση της εργασίας του, με τη μορφή καταναγκαστικής εργασίας σε γαλέρες, δημόσια έργα ή μεταλλεία (Κουράκης, 1985. Αλεξιάδης, 1993. Χάιδου, 2002).
Η υιοθέτηση των ποινών κατά της ελευθερίας συνιστά επίδραση του κινήματος του Διαφωτισμού. Σύμφωνα με την Τσαλίκογλου (1989), η ατομική ελευθερία ανάγεται σε ύψιστο αγαθό κατά τη συγκεκριμένη εποχή, με αποτέλεσμα η αφαίρεσή της να συνιστά από μόνη της τιμωρία. Παράλληλα, οι υπάρχουσες μορφές ποινικής καταστολής, δηλαδή η καταδίκη σε θάνατο ή τα βασανιστήρια, προκαλούν την αντίδραση των οπαδών του Διαφωτισμού, οι οποίοι αποσκοπούν στην ανθρωπιστική κι ορθολογική αντιμετώπιση του εγκληματία. Μέσα σε αυτό το κλίμα, η χρήση των σωματικών ποινών εγκαταλείπεται σταδιακά κι οι ποινές κατά της ελευθερίας εξαπλώνονται (Αλεξιάδης, 1993).
 Από την πρώτη εμφάνιση των «ποινών κατά της ελευθερίας» έως τη σημερινή εποχή, τόσο ο τρόπος εκτέλεσής τους, όσο κι η κατάσταση των ιδρυμάτων, στα οποία αυτές εκτίονται, δηλαδή των φυλακών, έχουν μεταβληθεί, προσαρμοζόμενα στα εκάστοτε κοινωνικά δεδομένα. Ο τρόπος εκτέλεσης της ποινής αφορά το ιδιαίτερο περιεχόμενο και τους στόχους, στους οποίους η ποινή αποβλέπει, στοιχεία που οδηγούν σε συγκεκριμένη μορφή οργάνωσής της, ώστε αυτά να επιτευχθούν. Η κατάσταση των ιδρυμάτων αναφέρεται στη μέθοδο οργάνωσής τους, ανάλογα με τους διαφορετικούς τρόπους έκτισης της ποινής. Οι δύο αυτοί παράγοντες, οδήγησαν στη διαμόρφωση συγκεκριμένων συστημάτων οργάνωσης της εκτέλεσης των ποινικών κυρώσεων, των «σωφρονιστικών συστημάτων». Τα σωφρονιστικά συστήματα μπορούν να διαχωριστούν σε δύο κατηγορίες: τα σωφρονιστικά συστήματα κλειστής μεταχείρισης και τα σωφρονιστικά συστήματα ανοιχτής μεταχείρισης (Αλεξιάδης, 1993).
Τα σωφρονιστικά συστήματα κλειστής μεταχείρισης κατατάσσονται σε τέσσερις κατηγορίες, κάθε μια από τις οποίες διαθέτει διαφορετικά χαρακτηριστικά κι επικράτησε σε διαφορετικές χρονικές περιόδους. Αυτές είναι: το κοινοβιακό σύστημα, το απομονωτικό ή πενσυλβανικό σύστημα, το μικτό ή ωβούρνειο σύστημα και το προοδευτικό ή ιρλανδικό σύστημα (Αλεξιάδης, 1993. Χάιδου, 2002).
Το κοινοβιακό σύστημα στηριζόταν στη συνεχή επαφή των κρατουμένων, με τη διαβίωσή τους σε κοινούς θαλάμους, όπου εργάζονταν, έτρωγαν και κοιμούνταν.
Το σωφρονιστικό αυτό σύστημα επικράτησε περίπου από το 1600 μέχρι τα τέλη του 18ου αιώνα. Το απομονωτικό σύστημα ήταν αποτέλεσμα της επιρροής των θρησκευτικών κι ανθρωπιστικών μεταρρυθμιστικών ιδεών, που εξαπλώθηκαν στα τέλη του 18ου αιώνα. Υπό την επίδρασή τους οι έγκλειστοι παρέμεναν σε πλήρη απομόνωση, στο κελί τους, σε όλη τη διάρκεια της ημέρας και της νύχτας. Μοναδική δραστηριότητα των κρατουμένων ήταν η μελέτη της Αγίας Γραφής, μέσω της οποίας θεωρούνταν ότι οι κατάδικοι θα ακολουθούσαν το δρόμο της μετάνοιας και της «σωτηρίας». Το σύστημα αυτό καταργήθηκε οριστικά περίπου στις αρχές του 20ου αιώνα, ενώ στην Ελλάδα καθιερώθηκε το 1911, στις δικαστικές φυλακές για ποινές διάρκειας έως ένα μήνα (Αλεξιάδης, 1993. Χάιδου, 2002).
Το απομονωτικό σύστημα αντικαταστάθηκε από το μικτό, το οποίο αποτελεί συνδυασμό των δύο προηγούμενων. Αυτό εφαρμόστηκε για πρώτη φορά στη φυλακή του Auburn της Νέας Υόρκης, το 1816, ενώ σε κάποια σωφρονιστικά ιδρύματα εξακολουθεί να χρησιμοποιείται, με κάποιες παραλλαγές. Σύμφωνα με το μικτό σύστημα, η διαβίωση κι η εργασία των εγκλείστων κατά τη διάρκεια της ημέρας είναι κοινή, ενώ τη νύχτα επικρατεί πλήρης απομόνωση. Ωστόσο, παρά τη συνύπαρξη των κρατουμένων την ημέρα, τηρείται απόλυτη σιωπή κι αυστηρή πειθαρχία, μέτρο που στη σημερινή εποχή έχει καταργηθεί. Τέλος, το προοδευτικό σωφρονιστικό σύστημα δημιουργήθηκε στην Ιρλανδία μετά το 1850. Σύμφωνα με αυτό, η διάρκεια εκτέλεσης της ποινής χωρίζεται σε τρία στάδια, τα οποία οι έγκλειστοι διανύουν διαδοχικά, με τελικό σκοπό τη βελτίωση του ατόμου με δική του ευθύνη και πρωτοβουλία. Το προοδευτικό σύστημα καθιερώθηκε στην Ελλάδα το 1911 και εφαρμόζεται και σήμερα, απευθυνόμενο σε κρατούμενους που εκτίουν μακροχρόνιες ποινές (Αλεξιάδης, 1993. Χάιδου, 2002).
Ωστόσο, με την πάροδο του χρόνου και την κοινωνική κι επιστημονική εξέλιξη οι αδυναμίες των σωφρονιστικών συστημάτων έγιναν εμφανείς. Έτσι, κυρίως μετά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο η αντίληψη ότι η εκτέλεση των ποινών πρέπει να γίνεται κατά συγκεκριμένο σύστημα άρχισε σταδιακά να εγκαταλείπεται και δόθηκε έμφαση στην εξατομικευμένη μεταχείριση των εγκλείστων. Μέσα στο πνεύμα αυτό άρχισαν να διαδίδονται νέες μέθοδοι σχετικά με την οργάνωση των φυλακών και την αντιμετώπιση των κρατουμένων. Σήμερα, τα διαφορετικά εθνικά ποινικά δίκαια προβλέπουν την ύπαρξη ποικιλίας φυλακών με διαφορετικούς σκοπούς και κανόνες λειτουργίας, για παράδειγμα φυλακές ανδρών και γυναικών, ανήλικων κρατουμένων ή ψυχικά διαταραγμένων ατόμων, στις οποίες κάθε έγκλειστος αντιμετωπίζεται διαφορετικά. Στα πλαίσια των σύγχρονων μεθόδων μεταχείρισης των κρατουμένων τοποθετούνται και τα σωφρονιστικά συστήματα ανοικτής μεταχείρισης, όπως είναι οι βιομηχανικές ή αγροτικές φυλακές όπου τα άτομα εργάζονται είτε στο ύπαιθρο είτε σε βιομηχανικές εγκαταστάσεις απομακρυσμένες από τα κτίρια της κυρίως φυλακής.

Αλεξιάδης, Σ. (1993). Σωφρονιστική. Θεσσαλονίκη: Εκδόσεις Σάκουλα.
Τσαλίκογλου, Φ. (1989). Μυθολογίες Βίας και Καταστολής. Αθήνα: Εκδόσεις
Παπαζήση.
Θεμελή, Ο. (2000). Εγκλεισμός και υγεία – η κατάλυση ενός ακόμα έννομου
αγαθού. Ποινική Δικαιοσύνη, 8-9, σελ. 885-889.
Παύλου, Σ., & Γούνη, Μ. (2003). Αρχαίες φυλακές. Ελευθεροτυπία, Ιστορικά,
214, σελ. 6-12.
Χάιδου, Α. (2002). Το Σωφρονιστικό Σύστημα: Ζητήματα Θεωρίας και
Πρακτικής. Αθήνα: Νομική Βιβλιοθήκη.
 


*Άπόσπασμα από την εργασία "Η επίδραση της φυλακής στην ψυχική υγεία των εγκλείστων", Νικολέττα Τουρλεντέ, Πανεπιστήμιο Κρήτης, Τμήμα Ψυχολογίας

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου