Δευτέρα, 20 Δεκεμβρίου 2010

Aπό τους μηχανισμούς προσαρμογής στην ιδρυματοποίηση

O όρος ιδρυματοποίηση αναφερόμενος στο καθεστώς της φυλακής αποδίδεται στα αγγλικά με τη λέξη «prisonization» για να αποτυπώσει το γεγονός ότι για όσο μεγαλύτερο διάστημα φυλακίζεται κάποιος τόσο περισσότερο θα «εγκληματοποιείται» και θα αποστασιοποιείται από τις κοινωνικές αξίες του «έξω» κόσμου. Όπως περιγράφεται και παρακάτω,  η διαδικασία περιλαμβάνει αλλαγές σε ατομικό επίπεδο που προοδευτικά  ωθούν  το ατομο να υιοθετήσει τις αξίες και  τα μοτίβα συμπεριφοράς των συγκρατούμενων του. Έχουν διατυπωθεί 2 διαφοροποιημένες απόψεις σχετικά με τη διαδικασία της ιδρυματοποίησης («prisonization»). Επιστήμονες από το χώρο της κοινωνιολογίας ισχυρίζονται ότι αυτό που είναι πο καθοριστικό έχει να κάνει με προϋπάρχουσες στάσεις και συμπεριφορές που επιδείκνυε το άτομο πριν την φυλάκιση του και οι οποίες είναι καθοριστικές για την πορεία της ιδρυματοποίησης. Κάποιοι άλλοι υποστηρίζουν ότι κατά κύριο λόγο ευθύνονται οι συνθήκες που συναντά κανείς στο εκάστοτε κατάστημα κράτησης. Έτσι, ο βαθμός ιδρυματοποίησης καθορίζεται από παράγοντες όπως είναι η προσωπικότητα του ατόμου, το υποστηρικτικό πλαίσιο εκτός φυλακής,  η διάρκεια της ποινής, οι δεσμοί με άλλα παραβατικά άτομα, η προσαρμογή στον κοινωνικό ρόλο του κρατούμενου, οι προσδοκίες του ατόμου για την περίοδο μετά την αποφυλάκιση, η αυτοαντίληψη, ο βαθμός αποξένωσης από την κοινωνία κλπ. Ωστόσο, θα ήταν ίσως πιο χρήσιμο να εξετάσουμε την ιδρυματοποίηση σαν ένα επιπρόσθετο παράγοντα που σε συνδυασμό με άλλες μεταβλητές επιδρούν στην διαδικασία προσαρμογής κατά τον εγκλεισμό παρά σαν μια πρωταρχική μέθοδο που μπορεί να προβλεφθεί με ασφάλεια.
Στο σημείο αυτό αξίζει να γίνει μια αναφορά στη θεωρία της επιτυχούς αντιμετώπισης –Coping theory-. Η μελέτη των ψυχολογικών επιπτώσεων του εγκλεισμού θεμελιώνεται με μεγαλύτερη εγκυρότητα αν μέσω μιας εξατομικευμένης προσέγγισης, λάβουμε υπόψη ότι οι επιδράσεις αυτές διαφοροποιούνται από άτομο σε άτομο.  Ένα παράδειγμα που δείχνει πώς οι μηχανισμοί προσαρμογής αναπαριστάνουν την αλληλεπίδραση μεταξύ του έγκλειστου και του περιβάλλοντος της φυλακής θα μπορούσε να είναι η σύγκριση δυο ατόμων που έρχονται αντιμέτωποι με μια μακροχρόνια ποινή στο ίδιο κατάστημα κράτησης. Και οι δυο θα αντιμετωπίσουν το ίδιο περιβάλλον που χαρακτηρίζεται από απαγορεύσεις και στερήσεις και θα βιώσουν καταστάσεις που ξεφεύγουν από τον έλεγχο τους. Παρόλα αυτά, επειδή ο καθένας φέρει τη δική του προσωπική ιστορία, τις δικές του στάσεις, πεποιθήσεις και ικανότητες, ο ένας θα μπορούσε να ερμηνεύσει την απώλεια ελέγχου ως μια δική του αδυναμία ενώ ο άλλος ως μια συνεχιζόμενη κακομεταχείριση από άλλους. Πιθανόν στην πρώτη περίπτωση να είχαμε καταθλιπτική συμπτωματολογία και απόσυρση ως αντίδραση στα ερεθίσματα ενώ στη δεύτερη θυμό και αντεκδίκηση με στόχο την επανάκτηση του ελέγχου.
Μια καναδική μελέτη επιχείρησε να ελέγξει την θεωρία αυτή παρατηρώντας για 16 μήνες τις προσαρμοστικές συμπεριφορές κρατουμένων με παρόμοια χαρακτηριστικά όσον αφορά τη διάρκεια της ποινής και το περιβάλλον της φυλακής.  Κάποιες από τις παρατηρήσεις και τα συμπεράσματα της μελέτης ήταν ότι σε γενικές γραμμές ο εγκλεισμός δεν προκαλεί σταθερές και ομοιογενείς συναισθηματικές δυσλειτουργίες. Ωστόσο παρατηρήθηκε ότι οι περισσότεροι κρατούμενοι αντιμετωπίζουν σοβαρά συναισθηματικά προβλήματα στην αρχική περίοδο έκτισης της ποινής. Έτσι οι επιπτώσεις του εγκλεισμού διαφοροποιούνταν ανάλογα με τη στιγμή που πραγματοποιούνταν η συνέντευξη. Αν γινόταν κατά τα πρώιμα στάδια της φυλάκισης το τράυμα του εγκλεισμού επέφερε συμπτώματα κατάθλιψης και άγχους ενώ αν γινόταν αργότερα οι κρατούμενοι επιδείκνυαν άμβλυνση του συναισθήματος που αποδίδοταν στη ρουτίνα του εγκλεισμού. Επιπλέον οι μηχανισμοί προσαρμογής που χρησιμοποιούνταν από τους έγκλειστους εξαρτώνταν σε μεγάλο βαθμό από τους μηχανισμούς που είχαν στη διάθεση τους και χρησιμοποιούσαν σε δύσκολες καταστάσεις προ εγκλεισμού.
Σε συμφωνία με τα ανωτέρω οι Bartol & Bartol (1994) προτείνουν την αναπαράσταση των συναισθηματικών επιδράσεων του εγκλεισμού με μια καμπύλη σε σχήμα U, εννοώντας ότι οι επιδράσεις θα είναι ισχυρότερες κατά την πρώτη και τελευταία φάση του εγκλεισμού.  Στο μέσο της ποινής η συναισθηματικής δυσφορία μειώνεται καθώς οι κρατούμενοι προσαρμόζονται στις συνθήκες κράτησης.  Επιπλέον εξετάζοντας την επίδραση της ηλικίας βρήκαν ότι οι κρατούμενοι που είναι κάτω των 25 ετών αρχικά αντιστέκονται εντονότερα στη δομή της φυλακής γεγονός που τους καθιστά περισσότερο ευάλωτους στη θυματοποίηση. Ωστόσο στα μετέπειτα στάδια του εγκλεισμού οι νεώτεροι κρατούμενοι τείνουν να συμμορφώνονται σε υπερβολικό βαθμό με την κουλτούρα της φυλακής. Άλλοι παράγοντες που σχετίζονται με το βαθμό επίδρασης του εγκλεισμού έχουν να κάνουν με την ιεραρχία του αδικήματος και με το βαθμό πληρότητας της φυλακής.
Πράγματι, η προσαρμογή στο καθεστώς του εγκλεισμού μπορεί να δημιουργήσει τρόπους σκέψης και συμπεριφοράς που από τη μια πλευρά βοηθούν το άτομο να προσαρμοστεί κατά τη διάρκεια έκτισης της ποινής και από την άλλη μπορούν  να αποβούν αρκετά δυσλειτουργικοί  στις περιόδους που έπονται της αποφυλάκισης. Βέβαια, οι ψυχολογικές επιπτώσεις του εγκλεισμού ποικίλλουν από άτομο σε άτομο και είναι συχνά αναστρέψιμες.  Ωστόσο σε πολλές περιπτώσεις οι αλλαγές παίρνουν μόνιμο χαρακτήρα σε μια προσπάθεια των κρατουμένων να ανταπεξέλθουν στις στερήσεις της ζωής στη φυλακή και να προσαρμοστούν στα άτυπα μοτίβα αλληλεπίδρασης που επιβάλλει ο εγκλεισμός.
Λέγεται ότι σε γενικές γραμμές δεν είναι η φυλακή που κάνει τους ανθρώπους «τρελούς» αλλά, ακόμα και ερευνητές που είναι σκεπτικιστές σχετικά με το αν οι βλάβες του εγκλεισμού  προκαλούν προβλήματα ψυχικής φύσης, παραδέχονται ότι τουλάχιστον για ορισμένα άτομα η φυλακή μπορεί να παράγει αρνητικές, μακροχρόνιες αλλαγές. Οι περισσότεροι θα συμφωνήσουν ότι όσο πιο επικίνδυνη, σκληρή και ακραία είναι η φύση του εγκλεισμού τόσο περισσότεροι άνθρωποι θα υποφέρουν και τόσο πιο βαθιές θα είναι οι βλάβες που θα υποστούν.
Το παρόν άρθρο δεν επικεντρώνεται σε ακραίες ή κλινικά διαγνωσμένες επιπτώσεις του εγκλεισμού αλλά εστιάζει σε λεπτές ψυχολογικές αλλαγές που εμφανίζονται κατά την πορεία προσαρμογής στη φυλακή. Ο όρος ιδρυματοποίηση χρησιμοποιείται για να περιγράψει την διαδικασία κατά την οποία οι έγκλειστοι διαμορφώνονται και μετασχηματίζονται ως αποτέλεσμα του ιδρυματικού περιβάλλοντος στο οποίο ζουν. Σε γενικές γραμμές ο όρος αυτός αναφερόμενος σε σωφρονιστικά ιδρύματα, περιλαμβάνει την ενσωμάτωση των κατανόνων της φυλακής στη σκέψη, το συναίσθημα και τη συμπεριφορά.
Είναι απαραίτητο να δοθεί έμφαση στο ότι αυτές οι αλλαγές προκύπτουν ως αποτελέσμα φυσιολογικών προσαρμοστικών μηχανισμών που χρησιμοποιούνται από τους κρατούμενους ως απάντηση στο αφύσικο περιβάλλον της φυλακής. Η δυσλειτουργικότητα αυτών των μηχανισμών δεν υπονοεί παθολογία (παρόλο που πρακτικά μπορούν να έχουν καταστροφικές επιπτώσεις). Αντίθετα, είναι φυσιολογικές αντιδράσεις σε ένα σύνολο παθολογικών καταστάσεων που γίνονται προβληματικές όταν χρονίζουν και εσωτερικεύονται (έτσι, που ακόμα κι όταν οι περιβάλλουσες καταστάσεις έχουν άλλαξει, οι κάποτε λειτουργικές συνήθειες καθίστανται δυσλειτουργικές).
Όπως οι περισσότερες διαδικασίες σταδιακής αλλαγής, η ιδρυματοποίηση  προκύπτει προοδευτικά και συσωρευτικά. Έτσι, ακόμα και αν όλες οι υπόλοιπες συνθήκες είναι ίδιες, όσο περισσότερο φυλακίζεται κάποιος τόσο πιο σημαντική θα είναι η ιδρυματοποίση. Αυτό αληθεύει παρόλες τις διακυμάνσεις στην ευκολία με την οποία προσαρμόζεται κάποιος μετά την αποφυλάκιση. Οι περισσότεροι άνθρωποι όταν μπαίνουν για πρώτη φορά στη φυλακή βρίσκουν ιδιαίτερα δύσκολη και στρεσεγόνα την εμπειρία της προσαρμογής σε μια σκληρή καθημερινότητα, σε συνθήκες στέρησης της ιδιωτικότητας και της ελευθερίας.
Παρόλα αυτά κατά την πορεία της ιδρυματοποίησης συντελείται ο μετασχηματισμός. Τα άτομα σταδιακά συνηθίζουν σε ένα ευρύ φάσμα περιορισμών,στερήσεων και ταπεινώσεων.
Οι διάφοροι ψυχολογικοί μηχανισμοί που πρέπει να χρησιμοποιηθούν για την προσαρμογή και «επιβίωση» , σταδιακά μετατρέπονται σε δεύτερη φύση και σε ένα βαθμό εσωτερικεύονται. Πρόκειται για μια λεπτή και όχι εύκολα διακριτή διαδικασία. Έτσι, ο κρατούμενος δεν επιλέγει αν θα υποκύψει ή όχι στον ιδρυματισμό  και οι περισσότεροι από αυτούς δεν το κάνουν συνειδητά.
Η ιδρυματοποίηση μπορεί να έχει βαθιές επιπτώσεις σε άτομα που εγκλείονται σε νεαρή ηλικία, πριν καν διαμορφώσουν την ικανότητα να διαχειρίζονται τις επιλογές της ζωής τους. Σε αυτές τις περιπτώσεις η διαδικασία εξελίσσεται πιο γρήγορα, με βαθύτερες και πιο μακροχρόνιες επιπτώσεις. Υπάρχουν πολλές  πιθανότητες να ενσωματώσουν στην ταυτότητα τους τη δομή του ιδρύματος κατά τη διάρκεια αυτής της κρίσιμης περιόδου κατά την οποία διαμορφώνεται η προσωπικότητα του ατόμου. Καθώς οι νεαροί κρατούμενοι δεν έχουν προλάβει να αναπτύξουν ανεξάρτητη κρίση δεν έχουν που να βασιστούν αν τους αφαιρεθεί το ιδρυματικό πλαίσιο. Με βάση τα ανωτέρω η προσαρμογή τους μετά την αποφυλάκιση καθίσταται εξαιρετικά δύσκολη.
Προσαρμοστικοί μηχανισμοί
Α. Εξάρτηση από την ιδρυματική δομή
Τα σωφρονιστικά ιδρύματα αφαιρούν από τα άτομα την ελευθερία και αυτονομία τους γεγονός το οποίο  συνηθίζεται από τους περισσότερους κρατούμενους με την πάροδο του χρόνου. Το ίδρυμα απαιτεί ότι τα άτομα παραιτούνται των πρωτοβουλιών τους και ότι  σταδιακά εξαρτώνται από τη δομή του ιδρύματος στην οποία είχαν αρχικά αντσταθεί. Τελικά, για κάποιους, γίνεται φυσική η απώλεια του αισθήματος ελέγχου επί της καθημερινότητας. Στα τελευταία στάδια αυτής της διαδικασίας , κάποιο έγκλειστοι εξαρτώνται πλήρως από το προσωπικό του ιδρύματος κατά τη διαδικασία επιλογών και βασίζονται στη δομή και το πρόγραμμα του ιδρύματος για την οργάνωση της καθημερινότητας τους. Σε ακραίες καταστάσεις, η ικανότητα λήψης αποφάσεων εξασθενεί πλήρως και οι κρατούμενοι χάνουν εντελώς την ικανότητα να ανάληψης πρωτοβουλιών και εξάσκησης της ορθής κρίσης.
Μια ελαφρώς διαφορετική όψη αυτής της διαδικασία περιλαμβάνει την ανάπτυξη μιας ελαφριάς μορφήε  εξάρτησης από το  ίδρυμα ώστε να μπορέσει κάποιος να ελέγξει ή να περιορίσει την συμπεριφορά του. Πράγματι τα σωφρονιστικά ιδρύματα εξαναγκάζουν τους έγκλειστους να υιοθετήσουν ένα δίκτυο πολύ ξεκάθαρων ορίων και άκαμπτων περιορισμών ενώ, η συνεχής επιτήρηση  υπονοεί ότι το σύστημα μπορεί έυκολα να εντοπίσει και να τιμωρήσει ακόμα και μικρές παρεκκλίσεις. Η δομή των σωφρονιστικών ιδρυμάτων περικλείει του εγκλείστους με σαφή εξωτερικά όρια, κανόνες και κανονισμούς ενώ καθιστά τόσο οικείους τους εμφανείς μηχανισμούς ελέγχου και περιορισμού έτσι που οι εσωτερικοί μηχανισμοί ελέγχου ατροφούν ή δεν αναπτύσσονται καθόλου (όπως στην περίπτωση των νεαρών κρατουμένων). Έτσι, η ιδρυματοποίηση καθιστά κάοια άτομα τόσο εξαρτημένα από εξωτερικούς ελέγχους που σταδιακά παύουν να βασίζονται στην αυτοεπιβαλλόμενη εσωτερική οργάνωση που θα τους επέτρεπε να κατευθύνουν τις ενέργειες τους και να αναχαιτίζουν τη συμπεριφορά τους. Αν και όταν τους αφαιρεθεί το πλαίσιο , τα ακραίως ιδρυματοποιημένα άτομα θα διαπιστώσουν ότι πλέον δεν γνωρίζουν πώς να ενεργήσουν αυτοβούλως ή πώς να απέχουν από αυτοκαταστροφικές ενέργειες.
Β. Υπερεπαγρύπνηση, δυσπιστία και καχυποψία στις διαπροσωπικές σχέσεις
Επιπροσθέτως, καθώς αρκετές φυλακές εγκυμονούν κινδύνους από όπου δεν υπάρχει διέξοδος ή διαφυγή, οι κρατούμενοι γρήγορα μαθαίνουν να είναι σε επαγρύπνηση για πιθανά σημάδια απειλής ή προσωπικού κινδύνου. Δεδομένου του γεγονότος ότι στο κοντινό  περιβάλλον πιθανότατα θα υπάρχουν άτομα πρόθυμα να εκμεταλλευτούν τις εκάστοτε αδυναμίες και απροσεξίες των συγκρατούμενων τους, τα άτομα μαθαίνουν να είναι προσεκτικά, δύσπιστα και καχύποπτα. Κάποιοι υιοθετούν το πρόσωπο του σκληρού κατάδικου προκειμένου να κρατήσουν τους υπόλοιπους μακριά. «Όπως αναφέρει ο McCorkle R. (1992) «πολλοί κρατούμενοι πιστεύουν ότι αν δεν προβάλλουν πειστικά προς τα έξω την εικόνα του εν δυνάμει βίαιου, είναι πολύ πιθανόν να γίνουν  αντικείμενο εκμετάλλευσης κατά τη διάρκεια έκτισης της ποινής».
Γ. Υπερβολικός συναισθηματικός έλεγχος, αποξένωση και ψυχολογική αποστασιοποίηση
Η ειλικρινής παραδοχή της ευαλωτότητας είναι δυνητικά επικίνδυνη καθώς προκαλεί την εκμετάλλευση. Ωστόσο, η καλλιέργεια της εικόνας του «άφθαρτου» απαιτεί προσεκτικό ζύγισμα των συναισθηματικών αποκρίσεων. Πολλοί κρατούμενοι πασχίζουν να ελέγξουν και να καταπιέσουν τις εσωτερικές τους αντιδράσεις απέναντι σε εξωτερικά ερεθίσματα με αποτέλεσμα τον υπερβολικό συναισθηματικό έλεγχο και μια γενικευμένη απουσία αυθορμητισμού.
Οι κρατούμενοι που πασχίζουν να αναπτύξουν ένα προσωπείο τόσο σε συναισθηματικό όσο και σε συμπεριφορικό επίπεδο οδηγούνται προς την αποξένωση. Μπορεί να αναπτύξουν επίπεδο συναίσθημα που θα εξελιχθεί σε μια χρόνια κατάσταση ικανή να  παρεμποδίσει τις κοινωνικές συαναστροφές και τις στενές σχέσεις.  Η αποξένωση και η κοινωνική απομόνωση αποτελούν άμυνα όχι μόνο απέναντι στην εκμετάλλευση αλλά και απέναντι στη διαπίστωση του γεγονότος ότι η έλλειψη διαπροσωπικού ελέγχου στο περιβάλλον της φυλακής καθιστά ριψοκίνδυνη και απρόβλεπτη την συναισθηματική επένδυση σε σχέσεις.  Αυτοί οι παράγοντες που δρουν ενάντια στην ανοιχτή επικοινωνία ωθεί ορισμένους κρατούμενους σε κοινωνική απόσυρση και αυτός ο ακραία προσαρμοστικός μηχανισμός είναι ιδιαίτερα δύσκολο να αναστραφεί όταν επιστρέφουν στην κοινωνία.
Δ. Κοινωνική απόσυρση και απομόνωση
Αρκετοί κρατούμενοι μαθαίνουν να δημιουργούν ασφαλή – σε σωματικό και ψυχολογικό επίπεδο- καταφύγια μέσω της διαρκούς αποσύνδεσης τους από το περιβάλλον και τα άτομα που το απαρτίζουν. Αυτή η αυτοεπιβαλλόμενη κοινωνική απόσυρση σημαίνει ότι συχνά βυθίζονται στον εαυτό τους, δεν εμπιστεύονται ουσιαστικά κανέναν και προσαρμόζονται έτσι στο στρες της φυλακής με μηχανισμούς απομόνωσης και σιωπηρής απελπισίας. Σε ακραίες περιπτώσεις και σε συνδυασμό με συμπτώματα απάθειας και απώλειας ανάληψης πρωτοβουλιών, το προαναφερθέν μοτίβο προσομοιάζει της κλινικής κατάθλιψης.
Ε. Ενσωμάτωση μοτίβων εκμετάλλευσης της κουλτούρας της φυλακής
Οι φυλακές χαρακτηρίζονται από άτυπους κανόνες και νόρμες που αποτελούν τμήμα των άγραφων δε απαραίτητων μεν στοιχείων της κουλτούρας που επικρατεί μέσα στη φυλακή και ανάμεσα στους κρατούμενους. Όπως οι επίσημοι κανόνες, έτσι και αυτές οι άγραφες νόρμες πρέπει να τηρούνται. Για κάποιους κρατούμενους που πασχίζουν να υπερασπιστούν  τον εαυτό τους απέναντι σε αυτό που οι ίδιοι αντιλαμβάνονται ως κίνδυνο, η υιοθέτηση αυτών των άτυπων κανόνων όσο σκληροί και αν είναι, αποτελεί κοινή πρακτική.
Η απουσία προγραμμάτων με νόημα μέσα στη φυλακή έχει στερήσει από τους κρατούμενους την εμπλοκή σε κοινωνικά θετικές δραστηριότητες. Γενικότερα η στέρηση της δημιουργικής εργασίας, των ερωτικών συνευρέσεων και άλλων δραστηριοτήτων που στον έξω κόσμο θεωρούνται δεδομένες ωθεί τους φυλακισμένους στην αναζήτηση εναλλακτικών τρόπων εκτόνωσης. Ως αποτέλεσμα, ωθούνται να συμμετάχουν στην παράνομη κουλτούρα των φυλακών. Καθώς, η έκφραση ειλικρινών συναισθημάτων και οικειότητας αποθαρρύνεται στο καθεστώς της φυλακής, η υιοθέτηση των άτυπων μοτίβων συμπεριφοράς καθίσταται τόσο ένας μηχανισμός επιβίωσης όσο και μια αυτοεκπληρούμενη προφητεία.   H επίδειξη χαρακτηριστικών όπως υπέρμετρος ανδρισμός, δύναμη, αγριότητα και ετοιμότητα για βία ή το να τεθείς υπό την προστασία κάποιου ατόμου που πληροί αυτά τα κριτήρια αποτελούν προυπόθεση επιβίωσης κατά την κράτηση.  Πολλές φορές ακόμα και η αδυναμία κάποιου να εκμεταλλευτεί τον άλλον καθίσταται δική του αδυναμία άρα και «κάλεσμα» για εκμετάλλευση του ατόμου από άλλους. Σε ακραία σημεία η πλήρης υιοθέτηση αυτών των χαρακτηριστικών και η ενσωμάτωση τους στην ταυτότητα των κρατουμένων μπορεί να αποτελεσούν ισχυρά εμπόδια για την ανάπτυξη οικείων σχέσεων μετά την αποφυλάκιση. Οι διαδικασίες αυτές μαζί με την τήρηση των τυπικών κανόνων της φυλακής συμβάλλουν στην ιδρυματοποίηση του ατόμου και είναι δύσκολο να απαλειφθούν μετά από μακροχρόνια κράτηση.
ΣΤ. Μειωμένη αυτοεκτίμηση και αίσθημα αυτοαξίας
Η απώλεια ελέγχου βασικών πλευρών της υπάρξης και η στέρηση ατομικών δικαιωμάτων συνοδεύουν ενγένει  την ποινή της φυλάκισης. Οι συνθήκες υπερπληθυσμού και η αδυναμία επιλογών ως προς τη συμβίωση με συγκρατούμενους, τις ώρες ύπνου, το διαιτολόγιο κ.ο.κ συνοδεύονται από το έντονο στίγμα που φέρει ο ρόλος του κρατούμενου στην ευρύτερη κοινωνία. Σε πολλές περιπτώσεις το αίσθημα χαμηλής αυτοεκτίμησης που προκύπτει ως αποτέλεσμα των ανωτέρω εσωτερικεύεται και αποτελεί μέρος της ταυτότητας του ατόμου.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου