Πέμπτη, 15 Ιουλίου 2010

Τηλεοπτικές σειρές, φυλακή και εγκληματολογία

Δημιουργία της εγκληματολογικής συνείδησης μέσα από ελληνικές τηλεοπτικές ψυχαγωγικές σειρές.
Ειδική εστίαση στα σωφρονιστικά καταστήματα.
της Κωνσταντίνας Κουρούση,
Κοινωνιολόγου, Υπ. Διδ. Παντείου Πανεπιστημίου
Έναυσμα για τη συγγραφή του παρόντος άρθρου ήταν η μελέτη με θέμα “Δημιουργία της εγκληματολογικής συνείδησης μέσα από ελληνικές τηλεοπτικές ψυχαγωγικές σειρές. Ειδική εστίαση στα σωφρονιστικά καταστήματα”. Η μελέτη έγινε στο πλαίσιο εκπόνησης διπλωματικής εργασίας στο ΜΠΣ «Η Σύγχρονη Εγκληματικότητα και η Αντιμετώπισή της» του τμήματος Κοινωνιολογίας του Παντείου Πανεπιστήμιου κατά το έτος 2007. Η μελέτη εστίασε το ενδιαφέρον της στις τηλεοπτικές σειρές αφήνοντας έξω, εκείνα τα τηλεοπτικά προγράμματα (όπως ειδήσεις, ενημερωτικές εκπομπές), τα οποία θέτουν άμεσα το ζήτημα του εγκλήματος και του εγκληματία στους τηλεθεατές. Εξαιρούνται όσες τηλεοπτικές σειρές στηρίζονται καθαρά σε τέτοιες έννοιες, όπως είναι σειρές τρόμου, κοινωνικές, δραματικές. Έτσι επιλέχθη το τηλεοπτικό είδος της κωμωδίας, το οποίο ως στόχο έχει τη διασκέδαση και όχι τον προβληματισμό. Η επιλογή δε της ειδικής εστίασης στα σωφρονιστικά καταστήματα έγινε διότι σκεπτόμενοι ότι η ευκολία της δημιουργίας εγκληματολογικής συνείδησης έγκειται, κατά ένα μεγάλο μέρος, στο γεγονός ότι οι τηλεθεατές στην πλειονότητά τους δεν έχουν πολλές γνώσεις περί εγκληματολογικών θεμάτων, τότε τι συμβαίνει σχετικά με το χώρο των φυλακών ο οποίος είναι από μόνος του ένας χώρος στον οποίο οι τηλεθεατές δύσκολα να έχουν ή δεν πρόσβαση; Πεδίο έρευνας, λοιπόν, αποτέλεσαν επτά ελληνικές τηλεοπτικές κωμικές σειρές οι οποίες έχουν σχετικά πρόσφατα ολοκληρωθεί (1997-2007), είχαν υψηλή τηλεθέαση και αναφορές σε φυλακές. Σκοπός της μελέτης ήταν η διερεύνηση του κατά πόσον αυτό το θεωρούμενο ως ‘αθώο’ προϊόν της τηλεόρασης μπορεί να μεταδώσει γνώσεις περί του εγκλήματος.
Η γνώση περί εγκληματολογικών θεμάτων θεωρείται ότι δεν είναι εύκολο να αποκτηθεί από τον καθένα
Κι αυτό γιατί πρόκειται για ένα πεδίο με το οποίο δεν υπάρχει συχνή επαφή. Εγκληματολογική αντίληψη θεωρείται ότι διαθέτουν μόνο οι ειδικοί – εγκληματολόγοι- ως καλοί γνώστες του πεδίου τους. Αν λάβουμε την θεώρηση αυτή ως δεδομένη, τότε η εγκληματολογία περιορίζεται στην ακαδημαϊκή της μορφή, εξαιρώντας άλλα πεδία στα οποία εισέρχεται με διάφορους τρόπους. Οι Garland και Sparks διατύπωσαν μία ενδιαφέρουσα άποψη πάνω στο θέμα. «Η εγκληματολογία αποτελείται από τους οργανωμένους τρόπους που σκεπτόμαστε και μιλάμε για το έγκλημα, τους εγκληματίες και τον έλεγχο του εγκλήματος»[1]. Με βάση τη θέση αυτή των Garland και Sparks η εγκληματολογία δεν είναι μόνο ένα δημιούργημα της ακαδημίας αλλά εντοπίζεται και σε άλλα θεσμικά πλαίσια. Συνοπτικά θα λέγαμε ότι είναι εντοπισμένη α)στο χώρο της ακαδημίας, ως κοινωνική επιστήμη, β)στο χώρο της κυβέρνησης ως έλεγχος του εγκλήματος και θεσμοθέτηση του ποινικού δικαίου και γ)στον κόσμο της κουλτούρας και του πολιτικού λόγου .
Εδώ θα παρουσιαστεί μία εκδοχή αυτού του τρίτου πλαισίου, της μαζικής κουλτούρας μέσω των ΜΜΕ.

Τα ΜΜΕ μας παρέχουν μια εικόνα της κοινωνικής πραγματικότητας την οποία εμείς λίγο πολύ υιοθετούμε ως τη δική μας εκδοχή για τα γεγονότα, τις κοινωνικές σχέσεις, τους κοινωνικούς κανόνες και αξίες που συνθέτουν το ευρύτερο περιβάλλον μας. «Δεν πιστεύουμε πραγματικά αυτό που βλέπουμε μπροστά μας αν δεν το διαβάσουμε στον τύπο ή το ακούσουμε στο ραδιόφωνο»[2]. Στις μέρες μας τα μέσα επικοινωνίας δημιουργούν το δικό τους πλαίσιο αξιολόγησης των γεγονότων καταφέρνοντας ταυτόχρονα να μεταδώσουν τον τρόπο αυτό αξιολόγησης στο κοινό τους. Έτσι κατασκευάζουν την συνείδηση του κοινού για το πώς πρέπει να κατανοούν τα γεγονότα. Με τη χρήση συμβόλων γίνεται ευκολότερη η μετάδοση και υιοθέτηση μηνυμάτων από το κοινό[3]. Πρόκειται για την έμμεση μετάδοση μηνυμάτων. Για μηνύματα τα οποία μεταδίδονται χωρίς να είναι άμεσα φανερά στα μάτια του κοινού. Ο Adorno υποστηρίζει ότι «το κρυμμένο μήνυμα μπορεί να είναι πιο σημαντικό απ’ ό,τι το φανερό, αφού το κρυμμένο μήνυμα θα διαφύγει τους συνειδητούς ελέγχους, δεν θα το διαπεράσουμε, δεν θα το αποκρούσουμε όπως άλλες προσπάθειες να μας “πλασάρουν” κάτι, αλλά αντίθετα, είναι πιθανόν ότι θα διεισδύσει βαθιά στο μυαλό του θεατή»[4]. Χαρακτηριστική είναι η υιοθέτηση αφηγηματικών και ρητορικών τεχνικών, οι οποίες αναπαράγονται στη βάση διχοτομικών διπολικών, στερεοτυπικών σχημάτων («εμείς»- περιθωριακοί, εχθροί)[5].

Σημαντική για την ανάδειξη της τηλεόρασης ως μέσο κατασκευής και μετάδοσης νοημάτων είναι η ανάπτυξη της σημειολογικής θεώρησης. Σύμφωνα με τη σημειολογική θεώρηση, « κάθε κοινωνική πρακτική διαμεσολαβείται από κάποια (ες) «γλώσσα(ες)», δηλαδή συστήματα σημείων που διέπονται από τους δικούς τους εσωτερικούς κανόνες και που αρθρώνονται σε «λόγους». Η  γλώσσα λοιπόν, ως σύστημα σημείων, και ο συμβολισμός των σημείων είναι τα μέσα για την παραγωγή νοήματος[6]. Στον τηλεοπτικό λόγο, βρίσκουμε πολλά σημεία – πολλούς κώδικες επικοινωνίας που δεν συναντάμε στα άλλα μέσα. Για παράδειγμα, όπως αναφέρουν οι Stephenson και Debrix, ο φωτισμός χρησιμοποιεί τους δικούς του κώδικες μέσα από τους οποίους μπορεί να δώσει διαφορετικά νοήματα στην εικόνα. Έτσι ο φωτισμός από πάνω προσδίδει σοβαρότητα στο υποκείμενο, ενώ ο φωτισμός από κάτω δηλώνει αίσθημα ανησυχίας[7].

Στο σύνολό τους οι μελετητές της μαζικής επικοινωνίας στηρίζονται στον συλλογισμό ότι τα ΜΜΕ μπορούν να προκαλέσουν σημαντικές επιδράσεις στην κοινωνία. Δεν διαπιστώνεται όμως ομοφωνία των ειδικών ως προς την έκταση και την κατεύθυνση αυτών των επιδράσεων. Το μεγαλύτερο ενδιαφέρον παρουσιάζεται στις έρευνες μετά το 1930, γιατί άρχισαν να εξετάζουν πιο συστηματικά τη χρήση του έντυπου τύπου και των κινηματογραφικών ταινιών: στην προσχεδιασμένη πληροφόρηση, στις πολιτικές εκστρατείες και στην αύξηση της εγκληματικότητας, της προκατάληψης και της επιθετική συμπεριφοράς[8]. Τα αποτελέσματα των ερευνών απογοήτευσαν, εν μέρει, τους μελετητές, επειδή αποδείχτηκε πώς η επίδραση των ΜΜΕ ήταν μικρότερη της αναμενόμενης. Εντούτοις, σε καμία περίπτωση δεν σήμαινε ότι τα μέσα ενημέρωσης δεν ασκούσαν επιδράσεις στο κοινό τους.

Οι επιδράσεις που μπορούν να προέλθουν απ’ αυτές τις τηλεοπτικές υπηρεσίες είναι εκείνες που οι ίδιοι οι τηλεθεατές αναζητούν στην τηλεόραση. Δεν αποτελεί ευθύνη της τηλεόρασης, αν το τηλεοπτικό κοινό δεν εκμεταλλεύεται το προσφερόμενο τηλεοπτικό υλικό. Οι σημαντικότερες επιδράσεις που καταλογίζονται στην τηλεόραση είναι αποτέλεσμα προσωπικών επιλογών[9]. Στην άλλη πλευρά βρίσκεται η θέση ότι η τηλεόραση επιδρά και μάλιστα καταλυτικά στη ζωή του ανθρώπου[10]. Μια τρίτη θέση για τις επιδράσεις της τηλεόρασης υποστηρίζει ότι οι τηλεθεατές δημιουργούν μόνοι τους τις συνθήκες μέσα στις οποίες αυξάνεται η πιθανότητα επίδρασής τους[11]. Οι τηλεθεατές επιλέγουν τι θα δουν (επιλεκτική έκθεση) καθώς και πώς θα ερμηνεύσουν αυτό που βλέπουν (επιλεκτική πρόσληψη) [12].

Το να παρακολουθεί κανείς τηλεόραση αποτελεί χαρακτηριστικό μέλους της σύγχρονης κοινωνίας. Η τηλεόραση σχετίζεται άμεσα με το δέσιμο των κοινωνικών σχέσεων μέσα στο χρόνο και το χώρο με πολλούς τρόπους[13]. Η παρακολούθηση της τηλεόρασης δίνει στους ανθρώπους την ευκαιρία να αποδράσουν από τις δυσάρεστες εμπειρίες της καθημερινής ζωής. Το παράδοξο αρχίζει όταν η βία ή το έγκλημα αποτελούν πηγή ευχαρίστησης, ενθουσιασμού, διασκέδασης.   
  
Στο μυαλό των περισσότερων ανθρώπων υπάρχει μία τυποποιημένη εικόνα γύρω από ό,τι αφορά το έγκλημα.  Τον τρόπο γέννησης και αντιμετώπισής του, το βαθμό έκτασης του φαινομένου, τα χαρακτηριστικά του δράστη και του θύματος, ενώ έχουν την δική τους άποψη και για τους φορείς του επίσημου κοινωνικού ελέγχου (αστυνομία δικαιοσύνη, φυλακές κ.λπ.), κρίνουν την αποτελεσματικότητά τους, προτείνουν λύσεις για την βελτίωσή τους. Η αντίληψη που έχουν οι τηλεθεατές  σχετικά με τα ζητήματα εγκληματικότητας προκαλεί την κοινωνική και ατομική τους στάση απέναντι στο φαινόμενο αυτό. 
Οι τηλεοπτικές κωμικές σειρές είναι φορτισμένες, διαποτισμένες με μια γενική αντίληψη για το τι είναι δίκαιο και τι είναι άδικο. Tο δίκαιο – μια γενική έννοια δικαίου – νοηματοδοτεί κάθε πράξη και σχέση, κάθε κατάσταση, κάθε υποκείμενο. Υπάρχουν καλοί και κακοί παραβάτες του νόμου. Οι κακοί παραβάτες πρέπει να τιμωρούνται. Οι ιεραρχίες δεδομένες και λογικές. Η εκμετάλλευση δεδομένη και λογική. Η λέξη εκμετάλλευση σχεδόν απουσιάζει από τα λεξιλόγια των τηλεοπτικών σειρών. Συγχρόνως, πολλές σχέσεις είναι σχέσεις εκμετάλλευσης – αλλά προκαλούν το γέλιο. Μία σειρά από οπτικοακουστικές λειτουργίες – δυνατότητες της τηλεόρασης όπως η εικόνα, ο τηλεοπτικός λόγος, καθώς και το μεγάλο πλεονέκτημα μιας τηλεοπτικής σειράς, η επανάληψη, βοηθούν στη μετάδοση των παραπάνω εννοιών. Ο  τηλεθεατής επιλέγει κάθε εβδομάδα να βιώσει μία ζωή παράλληλη με την δική του για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα και με συγκεκριμένα χαρακτηριστικά. Το σενάριο, με τη σύνθεση των παραπάνω μέσων, είναι αυτό στο οποίο στηρίζεται η επιτυχία μιας κωμωδίας. Οι σεναριογράφοι πλέκουν σκηνές, ακόμα και των πιο γνωστών για την βιαιότητά τους, εγκληματικών φαινόμενων με αστείες εκφράσεις ώστε η έμφαση δίνεται σε αυτό που ακούγεται και όχι σε αυτό που ουσιαστικά συμβαίνει στην οθόνη.
Στις τηλεοπτικές κωμικές σειρές η αντίληψη περί δικαίου δεν εμπνέεται τόσο από τον ποινικό νόμο όσο από την κοινωνική παραδοχή για το τι είναι δίκαιο – άδικο, εγκληματικό - μη εγκληματικό. Έτσι μία πράξη μπορεί να θεωρείται άδικη, πολύ άδικη ή ακόμα και τόσο άδικη ώστε να κατανοείται σαν εγκληματική, χωρίς απαραίτητα να είναι. Ποια πράξη θα χαρακτηριστεί τόσο άδικη ώστε να θεωρηθεί εγκληματική, εξαρτάται από πολλούς παράγοντες : ποιος τη διέπραξε, προς ποιους, κάτω από ποιες συνθήκες. Η εγκληματοποίηση μιας πράξης φαίνεται από την αντίδραση των μελών της τηλεοπτικής κοινωνίας (της εκάστοτε κωμικής σειράς ) προς τον ‘δράστη’. Σύμφωνα με αυτήν την αντίληψη εγκληματοποιούνται συμπεριφορές και αντιμετωπίζονται από τα μέλη της κοινωνίας των κωμικών σειρών ως εγκλήματα. Παραδείγματα τέτοιων ‘εγκλημάτων’ αποτελούν συμπεριφορές που σχετίζονται με το φύλο, με κάποια ιδιαιτερότητα, τις προσωπικές πεποιθήσεις κλπ..      
Συχνά συμβαίνει και το αντίθετο. Πράξεις εγκληματικές απεγκληματοποιούνται. Πιο συγκεκριμένα στις κωμικές σειρές το δίκαιο γίνεται σεβαστό και συγχρόνως εμπλουτίζεται με σεξισμό, ταξισμό και ρατσισμό. Παρακολουθούμε, για παράδειγμα, οργανωμένο έγκλημα, εγκλήματα ισχυρών, κατά της ζωής κλπ. με σκοπό την πρόκληση γέλιου ή ενός κάποιου είδους διασκέδασης με όποιον τρόπο και αν εκφράζεται. Η σχέση ισχυρού – αδυνάμου επιβεβαιώνει την επιβολή του πρώτου πάνω στον δεύτερο και παρουσιάζεται ως δεδομένη. Πρόκειται για μία αποδεκτή κοινωνική ανισότητα, η οποία προβάλλεται με  τόσα κωμικά στοιχεία όπου η σοβαρότητα του θέματος χάνεται.
Βεβαίως υπάρχουν και εγκλήματα στις κωμικές σειρές τα οποία είναι ξεκάθαρα, ορίζονται και καταδικάζονται. Εδώ ο νομοθέτης και η σειρά συμφωνούν.  Ακόμα και σε αυτή την περίπτωση ο τρόπος προβολής των εγκλημάτων κάνει τον τηλεθεατή να απενοχοποιεί την πράξη και τον δράστη ή τουλάχιστον να μειώνει στην συνείδηση του την αξία της πράξης.
Ο εγκλεισμός στις τηλεοπτικές σειρές αποτελεί τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζονται σοβαρά εγκλήματα. Οι περισσότερες από τις υποθέσεις για τις οποίες ο δράστης καταδικάζεται στη ποινή της στέρησης της ελευθερίας αφορούν εγκλήματα τα οποία θεωρούνται από την κοινωνία (την εξωτηλεοπτική) άξια της πιο αυστηρής ποινής. Ο εγκλεισμός στις τηλεοπτικές σειρές αποτελεί τον πλέον κατάλληλο τρόπο απονομής δικαιοσύνης.
Οι άσχημες συνθήκες διαβίωσης ενός ατόμου στη φυλακή θα προκαλούσαν ακόμα και στον πιο απευαισθητοποιημένο άνθρωπο, τουλάχιστον προβληματισμό. Κι όμως η κατάσταση που βιώνει ο κρατούμενος στη φυλακή αποτελεί  αντικείμενο περιεχομένου πολλών ελληνικών τηλεοπτικών κωμικών σειρών. Κάτι τέτοιο σημαίνει ότι όλα όσα συμβαίνουν εκεί χρησιμοποιούνται για να ψυχαγωγηθεί το κοινό. Αυτό συμβαίνει με δύο τρόπους. Καταρχήν διαστρεβλώνοντας την πραγματική εικόνα των σωφρονιστικών καταστημάτων, είτε διακωμωδώντας τις προβληματικές καταστάσεις, είτε παρουσιάζοντας τες εντελώς διαφοροποιημένες. Και δεύτερον επιλέγοντας ποια θέματα θα θίξουν (και ποια όχι) γύρω από το σωφρονιστικό σύστημα. Η κυρίαρχη εικόνα των φυλακών όπως την αντιλαμβάνονται οι κωμικές σειρές είναι ενός χώρου στον οποίο οι κρατούμενοι περισσότερο ψυχαγωγούνται παρά περιορίζονται. Ο χρόνος διαβίωσης στη φυλάκιση μοιάζει περισσότερο με εκδρομή αναψυχής. Καμία τηλεοπτική φυλακή δεν αντιμετωπίζει το πρόβλημα του υπερπληθυσμού. Οι πρωταγωνιστές άνετα κινούνται στον χώρο, αναγκαία προϋπόθεση για να ξεδιπλώσουν τον ρόλο τους.
Στις κωμικές σειρές φαίνεται ότι οι κρατούμενοι έχουν μεγάλη ελευθερία αυτοδιάθεσης. Συνεργάζονται, αναπτύσσουν σχέσεις, εκφράζονται αυθόρμητα, χωρίς φόβο στους υπαλλήλους και μεταξύ τους ενώ δεν αλλοιώνονται τα χαρακτηριστικά της προσωπικότητάς τους. Το κάθε άτομο διαθέτει ένα ιδιαίτερο χαρακτηριστικό το οποίο παραμένει δυναμωμένο στον χρόνο. Ακόμα και τα πιο βασικά προβλήματα λύνονται με κάποιο μαγικό τρόπο και η εικόνα είναι τελικά αυτή που υπερέχει του νοήματος. Η χρήση βίας περισσότερο υπονοείται παρά προβάλλεται, ως μέσο για την επιβολή δύναμης.
Στις ελληνικές τηλεοπτικές κωμικές σειρές η εικόνα του κρατουμένου είναι πολύ συγκεκριμένη. Στη φυλακή υπάρχουν άτομα μόνο της κατώτερης τάξης. Η εικόνα ενός κρατούμενου καταγόμενου από υψηλή κοινωνική τάξη έχει αποκλειστεί. Επίσης παρατηρείται η εμφάνιση του Λομπροσιανού προτύπου στην εικόνα του κρατουμένου. Σε κάποιες τηλεοπτικές σειρές οι κρατούμενοι εμφανίζονται με έντονα κάποια χαρακτηριστικά τα οποία τονίζονται με σκηνοθετικά τρικ όπως συγκεκριμένες εκφράσεις προσώπου, μακιγιάζ, φωτισμός κλπ.
Η γενική εικόνα είναι αυτή των κρατουμένων να αποτελούν μία  ξεχωριστή ομάδα ατόμων, εξωκοινωνική, με χαρακτηριστικά απωθητικά προς τον τηλεθεατή. Υπάρχουν βέβαια και περιπτώσεις που εστιάζοντας η εικόνα σε κάποιον συγκεκριμένο κρατούμενο τον παρουσιάζει με τέτοιο τρόπο ώστε και το πιο φρικτό έγκλημα να έχει διαπράξει, οι τηλεθεατές να τον συμπαθούν. Οι κρατούμενοι αποτελούν σκηνές-ρόλους που συμπληρώσουν το σενάριο και πρέπει να αποδώσουν το αποτέλεσμα που προσδοκεί μία κωμική σειρά.

Όπως είδαμε γνώσεις εγκληματολογικού περιεχομένου μεταδίδονται και μέσω των κωμικών τηλεοπτικών σειρών, ένα είδος προγράμματος, σκοπός του οποίου δεν είναι να ενημερώσει ή να διδάξει. Κι όμως παρακολουθήσαμε τι είναι έγκλημα σύμφωνα με τις κωμικές σειρές, πώς κατανοείται η έννοια του εγκλεισμού, τι συνθήκες επικρατούν στη φυλακή καθώς και ποιος είναι ο κρατούμενος. Οι τηλεθεατές οι οποίοι έχουν και την ιδιότητα των πολιτών, δεν ξεκινούν έχοντας αντικειμενική άποψη απέναντι στο έγκλημα αλλά είναι άτυποι εγκληματολόγοι. Έτσι κατανοούμε ότι ο άτυπος κοινωνικός έλεγχος, ο φόβος του εγκλήματος, η απαίτηση για αυστηρότερη αντεγκληματική πολιτική ή και η ανοχή απέναντι σε συγκεκριμένες εγκληματικές πράξεις ίσως έχουν τις ρίζες τους σε πεδία που αν και θεωρούνται “αθώα” μεταδίδουν συγκεκριμένα εγκληματολογικά νοήματα και αντιλήψεις. 

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ
[1] Garland, D., Sparks, R.(2000),Criminology and Social Theory, Oxford University Press, Oxford,
σελ 189 στο Λάζος, Γρ. (2007), Κριτική Εγκληματολογία, Νομική Βιβλιοθήκη, Αθήνα, σελ 10
[2] Mills C.W., (1959), The power Elite, Oxford University Press,  σελ 311-312
[3] Wiliams, R. (1961), The long revolution, Penguin books, σελ 41
[4] Αdorno, T.W. (1991), «Η τηλεόραση και η διαμόρφωση της μαζικής κουλτούρας»στο Λιβιεράτος & Φραγκούλης, Η κουλτούρα των μέσων, μαζική κοινωνία και πολιτιστική βιομηχανία, Αλεξάνδρεια, Αθήνα, σελ  90
[5] Π. Βατικιώτης, «Αποφυλακίζοντας εικόνες», στο Κουκουτσάκη, Α.(2006), Εικόνες Φυλακής, Πατάκης, Αθήνα, σελ 309
[6] Η σημειολογική θεώρηση αναλύεται με πολύ ξεκάθαρο τρόπο στο Σεραφετινίδου, Μ.(2003),  Κοινωνιολογία των Μέσων Μαζικής Επικοινωνίας- ο ρόλος των μέσων στην αναπαραγωγή του σύγχρονου καπιταλισμού, Αθήνα, Gutenberg, σελ 284
[7] Stephenson R. and Debrix J.R., (1965), The cinema as art, Penguin Books, σελ 172 στο Σεραφετινίδου, Μ.(2003),  Κοινωνιολογία των Μέσων Μαζικής Επικοινωνίας- ο ρόλος των μέσων στην αναπαραγωγή του σύγχρονου καπιταλισμού. σελ 285
[8] Berelson, B., Lazarsfeld, P.J. & McPhee, W.N. (1954), Voting: Astudy of opinion Formation in a Presidential Campaign, Chicago: Chicago University Press, σελ 73
[9] Bianculli, (1992), Teleliracy: taking television, Seriously, New York: Touchstone, σελ 23-40
[10] Αdorno, T.W. (1991), «Η τηλεόραση και η διαμόρφωση της μαζικής κουλτούρας»στο Λιβιεράτος & Φραγκούλης, Η κουλτούρα των μέσων, μαζική κοινωνία και πολιτιστική βιομηχανία, ό.π., σελ  94
[11] Schramm, Lyle, Parker, (1961), Television in the lives of our children, Stanford, University Press., σελ 123- 126
[12] Howitt, (1982), The mass media and social problems, Oxford : Pergamon Press, σελ 18-23
[13] Sparks, R. (1992), Television and the drama of crime, Open University Press, Σελ 47

αναδημοσίευση από: http://www.theartofcrime.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου