Δευτέρα, 13 Σεπτεμβρίου 2010

Ακαταλόγιστο:μια έννοια ζητά τη σημασία της

ΚΛΙΜΑΚΑ ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ 2006
ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ ΨΥΧΙΚΑ ΠΑΣΧΟΝΤΩΝ  
της Σωτηρίας Γούλα, εγκληματολόγος
Συχνά διάφορα εγκλήματα, με  ιδιαίτερα αποτρόπαιη και αναίτια, τουλάχιστον μη κατανοητή για τους τρίτους, βιαιότητα συγκλονίζουν την κοινή γνώμη και συνάμα  προκαλούν ένα μυστηριώδη φόβο απέναντι σε συγκεκριμένες ομάδες ανθρώπων. Χαρακτηριστικό των εγκλημάτων αυτών είναι ένα είδος λογικής- από τη μεριά του δράστη μη κατανοητό και ταυτόχρονα μη αποδεκτό από το ευρύτερο κοινωνικό    σύνολο. Συνεπώς, εφόσον η λογική της πράξης δεν θεωρείται φυσιολογική και ο δράστης είναι ψυχικά ασθενής χρήζει διαφορετικής  αντιμετώπισης όχι μόνο από το κοινωνικό σύνολο αλλά πολύ περισσότερο από το ποινικό σύστημα. Οπως είναι προφανές η διαφορετική μεταχείριση των ψυχικά ασθενών δραστών από τους υπόλοιπους δράστες βασίζεται οτην παραδοχή ότι δεν είναι ορθό να θεωρηθεί κάποιος υπεύθυνος για την πράξη του, εφόσον δεν έχει συνείδηση του τι πράττει. Βασικό δικαίωμα του  ασθενούς που διαπράττει κάποιο έγκλημα και εφόσον έχει διαπιστωθεί στο μέτρο του δυνατού ότι δεν είχε γνώση των πράξεων του είναι vα μην του καταλογίζεται η πράξη του.

Νομοθετικό πλαίσιο για την άρση του  καταλογισμού. 
Το άρθρο του 34 του Ποινικού Κώδικα ορίζει ότι οι προϋποθέσεις για την άρση του καταλογισμού είναι  η νοσηρή διατάραξη των πνευματικών λειτουργιών και η διατάραξη της  συνείδησης", ως συνέπεια  των οποίων ο δράστης δεν είναι σε θέση να αντιληφθεί το άδικο της πράξης του ή να ενεργήσει σύμφωνα με την αντίληψη του για το άδικο αυτό.
Για να οριστεί καλύτερα η ανικανότητα για καταλογισμό, το ποινικό σύστημα χρησιμοποιεί τη μικτή βιολογική-ψοχολογική μέθοδο. Βιολογικές προϋποθέσεις προκειμένου να μην καταλογίζεται μια εγκληματική πράξη είναι αυτές που αναφέρονται οτο άρθρο 34 ΠΚ. Ενδεικτικά, διατάραξη των πνευματικών λειτουργιών αποτελούν οι ψυχικές ασθένειες, οι οργανικές και εγκεφαλικές διαταράξεις, οι τοξινώσεις, ψυχοπάθειες κ.α. Οι καταστάσεις όπως μέθης και ύπνωσης, οι παραισθήσεις, το πυρετικό παραλήρημα κ.α. αποτελούν διαταράξεις συνείδηση. Οι βιολογικοί παράγοντες περιγράφουν την φυσική κατάσταση του δράστη και ταυτόχρονα αποτελούν  τη βάση πάνω στην οποία θα στηριχθεί η μέθοδος της ψυχολογίας. Παρόλα αυτά, στον προσδιορισμό των βιολογικών προυποθέσεων ανακύπτουν διάφορα σημαντικά προβλήματα. Για παράδειγμα, το άρθρο 34 Π.Κ δεν αναφέρει τίποτα για ψυχικές διαταραχές που δεν έχει αποδειχθεί ότι αποδίδονται σε οργανικούς παράγοντες Φαίνεται λοιπόν ότι οι διαταραχές που είναι ασαφείς ή υπονοούνται από το  νόμο αφήνονται ελεύθερες στο πεδίο της ψυχιατρικής να τις προσδιορίσει, υπόκεινται δηλαδή οτην υποκειμενική άποψη rou ψυχιάτρου ιεμπειρογνώμονα. Στην πλειοψηφία των περιπτώσεων αυτών δεν υπάρχουν αντικειμενικά κριτήρια για την άρση του καταλογισμού.
Εφαρμογή του νόμου: θεωρία και πραγματικότητα
Μεγαλύτερο ενδιαφέρον προκαλεί η εφαρμογή  του νόμου στη διαμόρφωση της δικαστικής άποψης για την άρση του καταλογισμού. Βασικές προϋποθέσεις για την αθώωση του παραβάτη αποτελούν η διάπραξη αδικήματος καθώς και η διαπίστωση ότι το άτομο κατά τη διάρκεια της πράξης του αδικήματος δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει το άδικο της πράξης του. Διαπίστωση, που όπως προαναφέρθηκε, γίνεται σύμφωνα με ψυχιατρική γνωμάτευση.
Πολύ συχνά η διαπίστωση και μόνο της ύπαρξης ψυχικής ασθένειας οδηγεί στην υποστήριξη της άρσης του καταλογισμού και συνεπώς στην αθώωση του δράστη. Παρόλα αυτά, η συγκεκριμένη διαπίστωση δεν πρέπει vα οδηγεί αυτονόητα στο συμπέρασμα ότι ο δράστης δεν γνώριζε το άδικο των πράξεων του.
Ένα άλλο πρόβλημα που προκύπτει από την εφαρμογή του νόμου είναι οτι η ψυχιατρική γνωμάτευση λαμβάνει χώρα συνήθως μετά από μεγάλο χρονικό διάστημα και αφότου έχουν μεσολαβήσει, η σύλληψη του δράστη, η βίαιη προσαγωγή του στην αστυνομία, ο εγκλεισμός του στη φυλακή και άλλα γεγονότα που είναι ικανά, όπως αναφέρει ο Σκάραγκας, να διαφοροποιήσουν την ψυχική εικόνα και κατάσταση του ατόμου.
Σοβαρό πρόβλημα αποτελεί επίσης και η χρονοβόρα διαδικασία της εκδίκασης των αποφάσεων. Η χρονική περίοδος της δίκης απέχει συνήθως μεγάλο χρονικά διάστημα από την τέλεση του αδικήματος. Διάστημα στο οποίο ο δράστης μπορεί να έχει  θεραπευτεί. Στην περίπτωση που έχει συμβεί κάτι τέτοιο τότε το άτομο εγκλείεται ξανά στο ψυχιατρείο για να «ξαναθεραπευτεί». Στο σημείο αυτό φαίνεται η αδυναμία του συστήματος να καλύψει τυχόν τέτοιες περιπτώσεις.

Φύλαξη ακαταλόγιστων προσώπων...εκεί που η θεραπεία δεν έχει χώρο 
Το ελληνικό νομοθετικό σύστημα ορίζει τη φύλαξη των ακαταλόγιστων προσώπων, σύμφωνα με τα παρακάτω άρθρα.
Άρθρο 69: Φύλαξη ακαταλόγιστων εγκληματιών.
Αν κάποιος λόγω νοσηρής διατάραξης των πνευματικών λειτουργιών του (άρθ.34)ή κωφαλαλίας (αρθ.33, παρ.1)απαλλάχθηκε από την ποινή ή τη δίωξη για κακούργημα ή πλημμέλημα για το οποίο ο νόμος απειλεί ποινή ανώτερη από έξι  μήνες, το δικαστήριο διατάσει τη φύλαξη του σε  δημόσιο θεραπευτικό κατάστημα εφόσον κρίνει  ότι είναι επικίνδυνος για τη δημόσια ασφάλεια.
άρθρο  70: Διάρκεια της φύλαξης
1. Για να εκτελεστεί η  διάταξη της απόφασης που αφορά τη φύλαξη φροντίζει η εισαγγελική αρχή.
2. H φύλαξη συνεχίζεται όσο χρόνο το επιβάλλει η
δημόσια ααφάλεια
3.   Καθε τρία έτη το δικαστήριο των πλημμελειοδικών στην περιφέρεια του οποίου εκτελείται η φύλαξη αποφασίζει αν αυτή πρέπει να εξακολουθήσει. Το ίδιο δικαστήριο μπορεί όμως οποτεδήποτε με αίτηση του εισαγγελέα ή της  διεύθυνσης του καταστήματος να διατάξει την απόλυση εκείνου που φυλάσσεται.
Στα παραπάνω άρθρα αναφέρεται μόνο μια φορά η λέξη θεραπεία και επτά φορές η λέξη φύλαξη και φυσικά ανάλογη είναι και η εφαρμογή. Το προϊόν από την εφαρμογή του νόμου καθρεφτίζεται καθαρά στο παράδειγμα που παραθέτει ο Ν. Παρασκευόπουλος. Αναφέρεται ότι για τους κρατούμενους με βάση το άρθρο 69, (τους ακαταλόγιστους) απαραίτητο στοιχείο της θεραπευτικής διαδικασίας είναι η συμμετοχή τους σε ορισμένες οργανωμένες εξόδους όπως για παράδειγμα ταβέρνες εκδρομές, ολιγόχρονες άδειες κτλ. Στις περιπτώσεις που ζητήθηκε η έγκριση αυτών των εξόδων η εισαγγελία αρνήθηκε λέγοντας ότι κάθε μορφή εξόδου (πρόσκαιρη, οργανωμένη ή εποπτευόμενη) θα ήταν δυνατή μόνο μετά την απόφαση απόλυσης τους από το δικαστήριο.
Οι επιστήμονες ψυχικής υγείας δηλώνουν ότι είναι αδύνατη η αποθεραπεία αν δεν προηγηθούν κάποιες απελευθερώσεις, ενώ με τη σειρά της η εισαγγελία δηλώνει ότι η απελευθέρωση είναι αδύνατη αν δεν προηγηθεί η αποθεραπεία και η απόλυση.
Αδιέξοδο
Στη δεύτερη παράγραφο του άρθρου 70 ορίζεται η φύλαξη του ατόμου σε αόριστα πλαίσια μια και αυτή μπορεί να συνεχίζεται όσο χρόνο το επιβάλλει η δημόσια ασφάλεια. Μέτρο αρκετά ασαφές, βασισμένο στην πρόγνωση της επικινδυνότητας και χωρίς την αναφορά στη θεραπεία ή την υγεία Στην πράξη φαίνεται ότι οι δράστες σοβαρών ποινικών αδικημάτων παραμένουν ισόβια στο ψυχιατρείο. Ο Ποινικός Κώδικας, όπως προκύπτει, υποτάσσει πλήρως τη θεραπευτική στη φυλακτική δεοντολογία και έτσι έρχεται σε σύγκρουση με τα ανθρώπινα δικαιώματα, με τις επιστημονικές θέσεις, καθώς και με το νομικό πλαίσιο της Σύμβασης της Ρώμης.
Η έννοια του ακαταλόγιστου δεν θα πρέπει να ταυτίζεται με την επικινδυνότητα, όπως επίσης δεν θα πρέπει και η βαρύτητα του εγκλήματος να είναι απόδειξη της επικινδυνότητας. Παρόλα αυτά πρακτικά διαπιστώνουμε ότι ο νομοθέτης  συναρτά την απόλυση του παραβάτη από το ψυχιατρικό κατάστημα με βάση την εξάλειψη της επικινδυνότητας και όχι την εξάλειψη του ψυχικού προβλήματος. Φαίνεται δηλαδή ότι στο πνεύμα του νόμου κυριαρχεί ο κατασταλτικός  σκοπός, η περιφρούρηση της δημόσιας ασφάλειας και όχι η θεραπεία του ατόμου.
Αξίζει να σημειωθεί ότι παρά την κοινή αντιληι|ιη ότι η έννοια της ψυχικής διαταραχής και εκείνη της επικινδυνότητας είναι στενά συνυφασμένες, έρευνες ανά τον κόσμο σε μεγάλους πληθυσμούς ψυχικά διαταραγμένων ατόμων δεν έδειξαν ότι τα άτομα αυτά διαπράττουν αδικήματα σε μεγαλύτερη συχνότητα από αυτήν του γενικού πληθυσμού.
Καθίσταται λοιπόν επιτακτική η ανάγκη του εννοιολογικού διαχωρισμού. Ο παραβάτης που έχει άρση του καταλογισμού θα πρέπει να αντιμετωπίζεται γι' αυτό που πραγματικά είναι και όχι για κάτι που υποθετικά μπορεί να κάνει. Θα πρέπει δηλαδή να του δίνεται η ελευθερία όταν θεραπευτεί. Σε περίπτωση που διαπράξει αδίκημα  όντας υγιής θα πρέπει να αντιμετωπίζεται διαφορετικά.
Ακαταλόγιστος παραβάτης - απροσδιόριστο καθεστώς;
Οπως προκύπτει από τα παραπάνω ο ακαταλόγιστος παραβάτης υποβάλλεται σε ένα ιδιότυπα νομικό-ψυχιατρικό καθεστώς το υποίο διαφέρει  και μειονεκτεί τόσο από το καθεστώς του απλού παραβάτη όσο και από το καθεστώς ενός νοσηλευόμενου σε ψυχιατρική μονάδα. Ο ακαταλόγιστος παραβάτης στερείται και μειονεκτεί του ποινικού      κρατούμενου,       αρχικά       στον      χρονικό προσδιορισμό     της    ποινής    αφού     ο    δεύτερος υποβάλλεται σε μια αορίστου χρόνου θεραπεία. Παράλληλα η έξοδος του από τη νοσηλευτική μονάδα βασίζεται στα υποκειμενικά κριτήρια του εκάστοτε υπευθύνου. Επιπλέον, ο ακαταλόγιστος στερείται και του δικαιώματος της έφεσης στη δικαστική απόφαση που του επιβάλλει την ποινή . 
Σε  σύγκριση με τον νοσηλευόμενο σε κλινική ψυχιατρική μονάδα, ο ακαταλόγιστος στερείται του δικαιώματος της εξόδου το οποίο είναι αντικείμενο δικαστικής απόφασης. Επιπλέον, στερείται της πολυσήμαντης άδειας εξόδου από  το χώρο της κλινικής, η οποία συμβάλλει στην κοινωνική και σταδιακή τουεπανένταξη. Διαπιστώνεται οτι ο ακαταλόγιστος παραβάτης στερείται τόσο των νομικών εγγυήσεων που εξασφαλίζει η ποινική νομοθεσία, όσο και των δικαιωμάτων που διασφαλίζει  η ψυχιατρική νοσηλεία. Αντίθετα, φαίνεται ότι ο τρόπος αντιμετώπισης του ακαταλόγιστου προσώπου είναι το συνοθύλευμα των αρνητικών επιπτώσεων τόσο του ποινικού όσο και του κλινικού συστήματος.
Προβληματισμοί
 Όπως προκύπτει από τα παραπάνω, ο ακαταλόγιστος παραβάτης αιωρείται στις ελλείψεις και τα κενά τόσο του νομοθετικού πλαισίου όσο και του συστήματος υγείας. Ο αιτιοκρατικός-γραμμικος τρόπος σκέψης παρουσιάζει αδυναμία στη σύλληψη της συνύπαρξης αντιθετικών εννοιών όπως καλό και κακό, αδίκημα και  ελευθερία, βασισμένος στο μοντέλο πράξη-αποτέλεσμα. Η ίδια η επιστημονική κοινότητα πιθανότατα βιώνει κάποια αμηχανία στον προσδιορισμό του ακαταλόγιστου, καθώς η ανάγκη για απόδοση και καταλογισμό ή η συνήθεια της υπερέχει. Φαίνεται πως ήρθε η ώρα να συμφιλιωθούμε με έναν περισσότερο κυκλικό τρόπο σκέψης, να συνθέσουμε τις έννοιες και να επιλέξουμε περισσότερο «ελεύθερους ασθενείς». Η αναθεώρηση της λογικής της νομοθεσίας και της καθημερινής πρακτικής του συστήματος υγείας αποτελούν επείγουσες λύσεις. Τόσο  υγεία όσο και η ελευθερία είναι αναμφίβολα πρώτιστα αγαθά. Ο πολιτισμός μιας κοινωνίας φαίνεται  από το σεβασμό στη διαφορετικότητα και η ανωτερότητα του ανθρώπου φαίνεται από τη συμπεριφορά και τη μεταχείριση των ασθενέστερων.


«…δεν μπορείτε να ξεχωρίσετε τον δίκαιο από τον άδικο και τον καλό από τον πονηρό γιατί και οι δυο στέκονται μαζί μπροστά στο πρόσωπο του ήλιου καθώς η μαύρη και η άσπρη κλωστή υφαίνονται μαζί και όταν η μαύρη κλωστή σπάζει, ο υφαντουργός θα προσέξει όλο το ύφασμα και θα εξετάσει τον αργαλειό..»

Γράφει ο Χαλίλ Γκιμπράν





Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου