Δευτέρα, 3 Ιανουαρίου 2011

Φόβος θυματοποίησης


της Κατερίνας Λιναρδάτου
Κοινωνιολόγος
Σκοπός της εργασίας αυτής είναι η μελέτη της θυματοποίησης ως κοινωνικού φαινομένου, το οποίο στις νεότερες και σύγχρονες κοινωνίες άρχισε να λαμβάνεται υπόψη και με την έννοια του προβλήματος.
Μέχρι πρόσφατα πλήθος ερευνητών που ασχολούνταν με το έγκλημα και την εγκληματικότητα επικέντρωναν  την προσοχή τους είτε στο δράστη είτε στον αντίκτυπο της πράξης αυτού στην κοινωνία, αφήνοντας το θύμα, την ζωή του και τους ανθρώπους που κινούνται γύρω από αυτό, εκτός εμπειρικής μελέτης.
Επομένως ο ένας στόχος της έρευνας αυτής είναι να αναδειχθεί το θύμα ως ενεργός, καθοριστικός παράγοντας του φαινομένου της εγκληματικότητας και στον επαναπροσδιορισμό της έννοιας του εγκλήματος κάτω από την οπτική του θύματος ως υποκειμένου που δεν υφίσταται απλά και μόνο την εγκληματική πράξη αλλά και τον κοινωνικό στιγματισμό και το φόβο που επηρεάζει τις προσδοκίες του για το μέλλον και την ψυχική-συναισθηματική του κατάσταση. Ο δεύτερος στόχος είναι η αναπαράσταση του εγκλήματος ως ειδεχθούς πράξης μέσα από τα ΜΜΕ με τη συνακόλουθη δημιουργία στερεοτύπων και θυματοποίησης,  ανατροφοδοτώντας ένας φαύλο κύκλο φόβου και πράξης, που τελικά η άκρη του νήματος γίνεται δυσδιάκριτη  ή  ασαφής αδυνατώντας να αποφανθεί κανείς για το αν γεννά το ένα το άλλο.
Προκειμένου η μελέτη αυτή να αποκτήσει και εμπειρική υφή, θα περιλαμβάνεται και μια έρευνα, η οποία έλαβε χώρα στο δήμο της Αθήνας, με δείγμα 60 ατόμων, τα οποία κλήθηκαν να απαντήσουν σε ένα ερωτηματολόγιο σχετικό με το φόβο του εγκλήματος.
«Ο φόβος ανήκει αναπόφευκτα στη ζωή μας. Μας συνοδεύει από τη γέννηση μέχρι το θάνατο, παίρνοντας συνεχώς νέες μορφές. Η ιστορία της ανθρωπότητας καταγράφει τις συνεχείς προσπάθειες του ανθρώπου να ελέγξει, να μειώσει ή να ξεπεράσει το φόβο. Τέτοιες προσπάθειες έχουν γίνει μέσω της μαγείας, της θρησκείας και της επιστήμης». Σε αυτό το κεφάλαιο θα μιλήσουμε για την τελευταία και συγκεκριμένα για την επιστήμη του εγκλήματος και το πώς αυτή καλείται να το αντιμετωπίσει όχι μόνο ως φαινόμενο αλλά και ως πραγματικότητα στη ζωή του θύματος, αλλά και του ανθρώπου γενικότερα.
Προκειμένου να μελετηθεί σε βάθος ο φόβος που γεννά το εγκληματικό φαινόμενο, πραγματοποιήθηκαν έρευνες θυματοποίησης σε διάφορες χώρες, Γαλλία, Γερμανία, Η.Π.Α, τα πορίσματα των οποίων συνέκριναν οι επιστήμονες, για να καταλήξουν σε ορισμένους παράγοντες που μεγιστοποιούν την πιθανότητα να εμφανιστεί το συναίσθημα αυτό σε έναν άνθρωπο. Οι παράγοντες αυτοί που βρέθηκαν να έχουν στατιστικώς σημαντικά αποτελέσματα είναι το φύλο, η ηλικία, το μορφωτικό και οικονομικό επίπεδο, η περιοχή διαμονής, είτε με την έννοια του αστικού περιβάλλοντος έναντι της υπαίθρου είτε της ζώνης μέσα στην οποία διαμένουν και σε ευρύτερο πλαίσιο ο ρόλος των ΜΜΕ, που όπως ο βαθμός επίδρασης ποικίλλει ανάλογα με τους ανωτέρω παράγοντες.
Ο φόβος λοιπόν, του εγκλήματος δεν είναι αυτόνομος και αυθύπαρκτος, ανεξάρτητος από εξωτερικά ερεθίσματα. Θα μπορούσε κανείς να τον χαρακτηρίσει ως μια μετουσίωση του ενστίκτου του θανάτου, χρησιμοποιώντας τον όρο του Freud. Καταστρεπτικά συναισθήματα στρέφονται προς τα έξω και μετουσιώνονται σε φόβο του ξένου, του Άλλου, του διαφορετικού. Η τιμωρία, ο «θάνατος» θα επέλθει από το έγκλημα και όχι από τις εσωτερικές δυνάμεις ή τα πρωτόγονα ένστικτα και συναισθήματα. Τελικά, ο φόβος του εγκλήματος διαφέρει από τον οποιονδήποτε άλλο «παράλογο» και ανοίκειο φόβο;  Ποια θα μπορούσε να είναι η ποιοτική διαφορά του φόβου αυτού από τον φόβο για τα σκυλιά για παράδειγμα; Και τα δύο συνίστανται στην καταστροφολογική σκέψη και θεώρηση της ζωής, του τέλους και στην εναπόθεση εσωτερικών καθηλώσεων και παλινδρομήσεων μη ανεκτών από το Εγώ, το οποίο αδυνατεί να διαχειριστεί την σύγκρουση ενορμήσεων και πραγματικότητας.
Το συναίσθημα αυτό έρχεται να τροφοδοτήσει ή να επανατροφοδοτήσει το σύστημα των ΜΜΕ κατασκευάζοντας έναν μύθο γύρω από το έγκλημα και τον εγκληματία, μια εικόνα μάστιγας και φρίκης ολοκληρώνοντας το σενάριο της πράξης με στερεότυπα και προκαταλήψεις, αυξάνοντας τις πιθανότητες ενός αποδιοπομπαίου τράγου και ενός θύματος, που εφ όρου ζωής θα ζητά αυστηρότερη τιμωρία για κάτι που μπορεί να μην έρθει ποτέ σε επαφή.
Στο σημείο αυτό υπεισέρχεται η έννοια της θυματοποίησης, ως φαινόμενο, όχι τόσο σύγχρονο στην ουσία του, θα έλεγα ,αλλά προσφάτως ανακαλυφθέν από την εγκληματολογική επιστήμη. Το εντυπωσιακό είναι, ότι η λέξη αυτή σημαίνει και προσδιορίζει κάτι που δεν έχει απαραιτήτως συμβεί ή που δεν προϋποθέτει την ύπαρξή του ούτε στο μέλλον. Το ενδιαφέρον είναι ότι η θυματοποίηση αναφέρεται και σε ανθρώπους που βιώνουν τον απόλυτο φόβο στη ζωή τους ότι θα πέσουν θύμα κάποιας εγκληματικής πράξης, που καθορίζουν την συμπεριφορά τους και την καθημερινότητά τους αναδρομικά. Έτσι βλέπουμε να παίρνουν μέτρα πρόληψης στο σπίτι, στο αυτοκίνητο, στη δουλειά, στο δρόμο ακόμη άνθρωποι, που ακόμα και αν τους διαβεβαίωνε κανείς ότι δεν εμπίπτουν στο ποσοστό των μελλοντικών θυμάτων, θα συνέχιζαν να προσδιορίζουν και να κινούνται σε τροχιά γύρω από την εγκληματικότητα, φοβούμενοι και ζητώντας αυστηρότερη τιμωρία. Γιατί είναι αυτοί οι οποίοι στατιστικά  αυστηρότερες ποινές και μεγαλύτερη ποινικοποίηση και όχι τόσο τα πραγματικά θύματα των πράξεων, αν και αυτοί ως θύματα θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν, με θύτες τα ΜΜΕ.
Θα ξεκινήσω αυτή την πρόταση με έναν προβληματισμό, ποιος μας έμαθε το έγκλημα με τη μορφή που το γνωρίζουμε; Αν δεν έχουμε πέσει όλοι θύματα κάποιας ποινικά ή νομικά κολάσιμης πράξης, πως έχουμε όλοι ή έστω η πλειοψηφία κοινές αναπαραστάσεις για την πράξη, τον δράστη; Τελικά, πως μπορούμε να φοβόμαστε ή να νιώθουμε ότι απειλούμαστε από κάτι που δεν έχει έρθει στην πόρτα μας και δεν το έχουμε αντικρύσει κατάματα;
          Στο βιβλίο της η Χ. Ζαραφωνίτου για τον φόβο του εγκλήματος αναφέρει, «η συντριπτική πλειοψηφία του πληθυσμού των δυτικών κοινωνιών έχει δημιουργήσει την εικόνα της σχετικά με τη βίαιη εγκληματικότητα στη βάση της τηλεοπτικής πληροφόρησης, την οποία θεωρεί καθόλα αξιόπιστη και έγκυρη». Έτσι βλέπουμε ότι η σχέση του κοινού με τα ΜΜΕ είναι περισσότερο από αυτή του πομπού και του δέκτη. Προσλαμβάνοντας τα μηνύματα και υιοθετώντας τις αναπαραστάσεις η μάζα φιλτράρει τα γεγονότα της είδησης, διαμορφώνει μια εικόνα και στη συνέχεια καθορίζει όχι μόνο τη ζωή της σε ατομικό επίπεδο με βάση τον φόβο του εγκλήματος, αλλά και με την ψήφο της ορίζει και καθορίζει αντεγκληματικές πολιτικές, κόμματα και νομοσχέδια σχετικά με αυστηρότερες ποινές ή εν γένει μεταχείριση.
          Στην αύξηση του φόβου και της ανασφάλειας συντελεί εκτός της παρουσίασης της είδησης και ο συγκινησιακός χαρακτήρας που δίνεται σε σχετικά θέματα, τα οποία δραματοποιούνται και τραγικοποιούνται με αποτέλεσμα στις Η.Π.Α το 80% του δείγματος μιας σχετικής έρευνας να πιστεύει ότι τα ποσοστά της εγκληματικότητας είναι υψηλότερα από την τηλεοπτικής τους παρουσίασης.
          Σημαντικό θεωρώ σε αυτό το σημείο είναι το να επισημανθεί, ότι τα θέματα και κατά συνέπεια οι πτυχές του εγκληματικού φαινομένου-πράξης που προβάλλονται είναι οι πιο ειδεχθείς, οι πιο εντυπωσιακές, βίαιες, τις οποίες και με τη σειρά τους τα μέσα μαζικής ενημέρωσης υπερτονίζουν τροφοδοτώντας όπως ανέφερθηκε και παραπάνω τον εύλογο ή μη φόβο θυματοποιήσης του κάθε ανθρώπου και το συναίσθημα της μειωμένης δημόσιας ασφάλειας. Επίσης, πολλές φορές για να επιτύχουν μεγαλύτερα ποσοστά θεαματικότητας, συνδέουν ζητήματα κρίσιμα καθαυτά αλλά άσχετα μεταξύ τους, δημιουργώντας έτσι την εσφαλμένη εντύπωση ότι υπάρχει αιτιολογική σχέση ή άρρηκτος δεσμός, με αποτέλεσμά την περαιτέρω αύξηση του φόβου θυματοποίησης.
          Έτσι, το θέαμα παρουσιάζεται ταυτοχρόνως ως η ίδια η κοινωνία, ως ένα μέρος της κοινωνίας και ως όργανο ενοποιήσης. Δεν είναι μόνο ένα σύνολο από εικόνες, όπως αναφέρει ο Guy Debord, αλλά μια κοινωνική σχέση ατόμων διαμεσολαβούμενη από εικόνες. Τα μηνύματα που θέλει να περάσει το σύστημα των ΜΜΕ, βρίσκουν την αδιαμφισβήτητη αποδοχή τους στο φιλοθεάμον κοινό του. Αυτό που θα έπρεπε να αποτελέσει αντικείμενο «προπαγάνδας», για να γίνει για παράδειγμα πιο αυστηρό το σύστημα ποινικής δικαιοσύνης ή να θεσμοθετηθούν νέες μορφές ποινών, μια εικόνα ενός ειδεχθούς εγκλήματος μπορεί να το επιτύχει εν μια νυκτί. Επομένως, οι απλές εικόνες, το θέαμα, αποτελεί και ενσαρκώνει το σύγχρονο μοντέλο του κυρίαρχου κοινωνικού βίου και η στάση την οποία αξιωματικά απαιτεί είναι η παθητική  αποδοχή, την οποία έχει ήδη εξασφαλίσει μέσα από τον τρόπο που εμφανίζεται χωρίς να επιδέχεται αντίρρηση, μέσα από το «μονοπώλιο της φαινομενικότητας» . Οι απλές εικόνες, δηλαδή, καθίστανται τρόπον τινά πραγματικά όντα και ικανά κίνητρα μιας υπνωτικής συμπεριφοράς.
          Τελικά, θα μπορούσε να περιγραφεί και να εξηγηθεί η σχέση φόβου του εγκλήματος και ΜΜΕ μέσα από την αλλοτρίωση που υφίσταται ο θεατής από το αντικείμενο της παρατήρησής του, που είναι συνέπεια δικής του μη συνειδητής δραστηριότητας. Όσο περισσότερο παρατηρεί, τόσο λιγότερο ζει, όσο πιο πολύ αποδέχεται να αναγνωρίζει τον εαυτό του εντός των εικόνων και του θεάματος, τόσο πιο λίγο κατανοεί την δική του ύπαρξη και τη δική του επιθυμία.
Η έρευνα για τον φόβο του εγκλήματος πραγματοποιήθηκε μέσα στο 2008, σε δείγμα 43 ατόμων ηλικίας από 18 και άνω, κατοίκων του Δήμου Αθηναίων που διαμένουν πάνω από ένα έτος στην περιοχή. Όσον αφορά στην ηλικία το δείγμα αποτελείται κατά 54,8% από γυναίκες και κατά 44,2% από άνδρες, κάτι που σημαίνει ουσιαστικά ότι είναι σε μια ισορροπία σε σχέση με το φύλο.

Συσχετιζόμενες οι μεταβλητές φύλο και έγκλημα, παρατηρούμε ότι είναι κοινή η πεποίθηση και ανδρών και γυναικών ότι ως φαινόμενο το έγκλημα έχει αυξηθεί, ενώ βλέπουμε ότι κανένας άνδρας δεν το θεωρεί στάσιμο και μόνο ένα 0,05 % το βλέπει να μειώνεται. Αντίθετα, έστω και με μικρό ποσοστό, το γυναικείο φύλο (12,5%), το αντιμετωπίζει ως μια στάσιμη πραγματικότητα.


Όσον αφορά το πόσο επηρεάζεται η μεταβλητή φύλο από την είδηση μιας εγκληματικής ενέργειας, βλέπουμε ότι δεν υπάρχει διαφορά, τουλάχιστον όσον αφορά την κατηγορία «πάρα πολύ», όπου τα ποσοστά είναι ισοδύναμα, ενώ παρατηρούμε μια ελαφρά διαφοροποίηση υπέρ του γυναικείου πληθυσμού στην επιλογή «πολύ» με ποσοστό 41,6% έναντι 31,5% για τους άνδρες. Άξιο σχολιασμού είναι το γεγονός, ότι το άκουσμα μιας είδησης που να περιλαμβάνει μια εγκληματική πράξη επηρεάζει το κοινό από πολύ έως μέτρια. Αυτό θα μπορούσε να έχει την εξής προέκταση, ότι και μόνο το άκουσμα της εγκληματικότητας επιδρά και δημιουργεί συναισθήματα και σκέψεις στον τηλεθεατή.

Τα αποτελέσματα σε αυτόν τον πίνακα, δεν προκαλούν εντύπωση, ίσα ίσα επαληθεύουν την κοινή πεποίθηση ότι οι γυναίκες πέφτουν πιο συχνά θύματα κάποιας εγκληματικής πράξης (58,3% απάντησε θετικά), έναντι των ανδρών και ουσιαστικά αποτελούν μεγάλο μέρος ή το μεγαλύτερο αν θέλετε των στατιστικών θυματοποιήσης.

Τα στατιστικά σε αυτόν το πίνακα δείχνουν ότι όλες οι ηλικίες θεωρούν την αύξηση του εγκληματικού φαινομένου, ως μια αδιαμφισβήτητη πραγματικότητα και ειδικά οι ηλικιακές κατηγορίες 26-45 και 45 και ανω το πιστεύουν σε ένα ποσοστό 100% του δείγματος κάτι που είναι εντυπωσιακό, ενώ στην πρώτη κατηγορία, οι πιο νέοι θεωρούν σε ένα μικρότερο ποσοστό ότι είναι στάσιμο (17,6%) και ένα 5,88% ότι έχει μειωθεί.


Στον πίνακα αυτόν, παρατηρούμε ότι οι ηλικιακή κατηγορία 18-25, επηρεάζεται μέτρια από μια εγκληματική πράξη που θα ακούσει στα δελτία ειδήσεων, σε ποσοστό (52,9%%), έναντι των άλλων επιλογών πάρα πολύ (11,7%) και πολύ (29,4%). Αντίθετα οι ηλικίες 25-45, που είναι και πιο πιθανό να έχουν μόλις δημιουργήσει μια οικογένεια ή να έχουν ανεξαρτητοποιηθεί επηρεάζονται πολύ περισσότερο, καθώς το ποσοστό της απάντησης «πολύ» συγκεντρώνει την πλειοψηφία των επιλογών τους (54,5%). Στην Τρίτη κατηγορία παρατηρούμε ότι οι απαντήσεις είναι σχεδόν ισότιμα κατανεμημένες με μια ελαφριά υπερίσχυση της απάντησης «πολύ» που όμως δεν προκύπτει κάποιο στατιστικά σημαντικό αποτέλεσμα για να εξάγουμε ασφαλή συμπεράσματα. 

Στην ερώτηση για τα αίτια της αύξησης, έρχεται πρώτη η φτώχεια, ως παράγοντας που επηρεάζει και ενισχύει το φαινόμενο, με ποσοστό 30,2%. Δεύτερη επιλογή είναι η ανεργία με ποσοστό 27,9 %  και στη συνέχεια ακολουθούν, η οικογένεια και οι αξίες με ποσοστό 14%, που ουσιαστικά εκφράζει την αποσύνδεση της οικογένειας ως θεσμού και δη ως κοινωνικοποιητικού εργαλείου, επιφορτισμένου με την μετάδοση αξιών και κοινωνικά ορθών συμπεριφορών, η ελλιπής αστυνόμευση με ποσοστό 9,3%, γεγονός που αποτυπώνει την ανασφάλεια και την ανεπάρκεια απέναντι στο έργο και την παρουσία της αστυνομίας. Ως επόμενη επιλογή αναγνωρίζουν την επίδραση συναισθηματικών και ψυχολογικών παραγόντων (4,7%) και τέλος, την μόρφωση με ποσοστό 2,3%.


 F. Riemann, Η Τετραλογία του φόβου, μια ψυχολογική μελέτη σε βάθος, Επτάλοφος, Αθήνα 1994, σελ. 15
 Χ. Ζαραφωνίτου, Εμπειρική εγκληματολογία, Νομική Βιβλιοθήκη, Αθήνα 2004, σελ.255
Παρασκευόπουλος Ι. , Εξελικτική Ψυχολογία, τόμος 1, Αθηνα 1985, σελ,49-50
Χ. Ζαραφωνίτου, Ο φόβος του εγκλήματος, Σάκκουλα, Αθήνα 2002, σελ.55
 Σ. Αλεξιάδης, Εγχειρίδιο Εγκληματολογίας, Σάκκουλας, Θεσσαλονίκη 1996, σελ. 192-3
G. Debord, Η κοινωνία του θεάματος, 2η έκδοση, Διεθνής Βιβλιοθήκη, Αθήνα 2000, σελ. 14