Τετάρτη, 26 Ιανουαρίου 2011

Κακοποίηση/Παραμέληση ανηλίκων και παραβατικότητα: Συγκοινωνούντα δοχεία


Πολλές έρευνες έχουν επαληθεύσει τη σχέση ανάμε­σα στη νεανική παραβατικότητα και στην κακοποί­ηση των παιδιών. Πρόκειται για συχνή διαπίστωση, που καταγράφεται και από τους επιμελητές ανηλίκων των Δικαστηρίων Ανηλίκων της χώρας κατά τη διάρκεια της δουλειάς τους με τους ανηλίκους παραβάτες και το  περιβάλλον  τους.
Η κακοποίηση ανάγεται στη συμπεριφορά προσώ­πων του οικογενειακού περιβάλλοντος σε βάρος των παιδιών, ενώ η παραβατικότητα αναφέρεται σε πράξεις των παιδιών εναντίον άλλων. Ομως δεν απασχολούν το ίδιο τη δικαιοσύνη. Ευκολότερα ξοδεύονται πόροι που προφυλάσσουν τους πολίτες απο τους «επικίνδυ­νους νέους», ώστε να εξασφαλισθεί η τάξη, και δυσκολότερα διατίθενται πόροι για παρεμβάσεις δευ­τερογενούς πρόληψης στην οικογένεια και στην προ­στασία  των  παιδιών.
Ενα σύνολο βασικών παραγόντων διαφορετικής προέλευσης συντείνουν άμεσα στην εκδήλωση της νεα­νικής παραβατικής συμπεριφοράς. Οι παράγοντες αυτοί είναι α) πολιτισμικοί και συνδέονται με την εσω­τερική λειτουργία της οικογένειας, β) κοινωνικοί (ανερ­γία, φτώχεια, μετανάστευση κλπ), γ) ψυχοβιολογικοί (προβλήματα υγείας, διαταραχές των γονέων που επη­ρεάζουν τη γονεϊκή     τους   ικανότητα  κ.ά.).
Η ανεπαρκής γονεϊκή φροντίδα και η κακοποίηση ενός παιδιού είναι δυνατόν να οδηγήσουν, καταρχάς μέσα στην οικογένεια και αργότερα στο σχολικό περι­βάλλον, στην εκδήλωση προβλημάτων διαγωγής. Η σχολική αποτυχία οδηγεί στη διαλείπουσα φοίτηση και συχνά στην απομάκρυνση από το σχολικό περιβάλλον. Οι πολλαπλές αποτυχίες και απογοητεύσεις εύκολα οδηγούν έναν έφηβο στο να ενταχθεί σε ομάδα συνο­μηλίκων με παρόμοια προβλήματα. Στη συνέχεια, η παραβατική   συμπεριφορά  είναι  πιθανή.
Επομένως η παραβατική και η εγκληματική συμπε­ριφορά των νέων είναι πολυπαραγοντικό φαινόμενο. Η έγκαιρη και αποτελεσματική αντιμετώπιση του εξαρ­τάται όχι μόνον από το νομικό πλαίσιο της χώρας μας αλλά και από την ποιότητα κοινωνικής πολιτικής που εφαρμόζεται, ιδίως προληπτικά σε θέματα που αφο­ρούν τις οικογενειακές δυσλειτουργίες (κρίση σχέσε­ων,  Βία  κλπ.)
Το σχολείο είναι ο σημαντικότερος κοινωνικοποιητικός  παράγοντας,   μαζί   με  την  οικογένεια.  Οι   ενέργειες για την αντιμετώπιση της παραβατικότητας σ αυτό το στάδιο, θα αποτελούσαν παρεμβάσεις δευτε­ρογενούς πρόληψης, εστιάζοντας στην ανάπτυξη και βελτίωση των κοινωνικών δεξιοτήτων των παιδιών. Έτσι θα διευκολυνόταν η προσαρμογή στο σχολείο, ενώ παράλληλα θα  παρεχόταν  στήριξη  στο  γονεϊκό  ρόλο.
Σύνηθες είναι πολλά παιδιά θύματα παραμέλησης και ενδοοικογενειακής βίας και, με δεδομένη την επι­κινδυνότητα των οικογενειών τους, να εκδηλώνουν βίαιη συμπεριφορά στο σχολικό πλαίσιο. Υπάρχει έλλειψη κοινωνικής πολιτικής και ανεπάρκεια συστή­ματος κοινωνικής φροντίδας και πρόνοιας σε τοπικό επίπεδο. Το σχολείο είναι προσανατολισμένο κυρίως στη μετάδοση γνώσεων και όχι στη διαπαιδαγώγηση. Έτσι είναι ανέτοιμο να κατανοήσει και να αντιμετωπί­σει τις περιπτώσεις αυτών των παιδιών. Γι'αυτό όταν ζητά βοήθεια και προστασία απευθύνεται στις υπηρε­σίες δίωξης και καταστολής. Ετσι, ο ανήλικος αντι­μετωπίζεται ως «παραβάτης» που πρέπει να «αναμορ­φωθεί», ενώ η οικογένεια του χαρακτηρίζεται «διαλυ­μένη» και οι γονείς «αδιάφοροι» και γι αυτό συχνά καλούνται να λογοδοτήσουν για «παραμέληση εποπτεί­ας ανηλίκου». Η αναποτελεσματικότητα και τα αδιέξο­δα  από  αυτήν  την  αντιμετώπιση  είναι   προφανή.
Τα ερευνητικά δεδομένα και η επαγγελματική γνώση και εμπειρία καταδεικνύουν ότι δεν υπάρχουν εύκολες λύσεις σε πολυεπίπεδα ζητήματα που αφορούν στις ανθρώπινες συμπεριφορές. Η αναζήτηση της σχέσης ανάμεσα στην παραβατική συμπεριφορά των νέων και την προηγηθείσα κακοποίηση ή παραμέληση τους στο πλαίσο ενός δυσλειτουργικού οικογενειακού περιβάλ­λοντος είναι εφικτή. Οπως εφικτή και απαραίτητη είναι η δημιουργία ενός προστατευτικού προληπτικού σχεδί­ου γι'αυτές τις περιπτώσεις των ανηλίκων και των οικογενειών τους. Η υποχώρηση του κράτους πρόνοι­ας και η έλλειψη κοινωνικής πολιτικής οδηγούν σε μεγαλύτερα αδιέξοδα. Λύσεις που μειώνουν τη γρα­φειοκρατία και τα έξοδα, ενώ παράλληλα συμβάλλουν στη μείωση της εγκληματικότητας και στην κοινωνική συνοχή υπάρχουν. Η λειτουργία του οικογενειακού δικαστηρίου παράλληλα με την κωδικοποίηση του δικαίου περί ανηλίκων και οικογένειας είναι προς αυτήν την  κατεύθυνση.
Θυμίζουμε τις ρυθμίσεις των άρθρων 48 έως 54 του Ν. 2447/2006 για την υποχρεωτική εκδίκαση όλων των υποθέσεων του οικογενειακού δικαίου σε όλα τα πολιτικά δικαστήρια της ουσίας από ειδικό τμήμα με αποκλειστική αρμοδιότητα. Στον ίδιο δικαιοδοτικό κύκλο πρέπει να συμπεριληφθεί και η λειτουργία του ποινικού Δικαστηρίου των ανηλίκων. Ετσι η εφαρμογή των ξεχασμένων διατάξεων του νόμου θα ήταν το πρώτο Βήμα για την αναβάθμιση και αποτελεσματικότερη λει­τουργία  του  ποινικού     Δικαστηρίου  των  ανηλίκων.
Η λειτουργία υπηρεσίας, με κατάλληλα στελέχη (ψυχολόγους, παιδοψυχιάτρους, νομικούς, παιδαγω­γούς, κοινωνικούς λειτουργούς, κοινωνιολόγους), που θα συνεργάζεται και θα συνδράμει τους δικαστές και θα είναι οργανικά κοντά στο προαναφερόμενο Δικα­στήριο, ώστε να εξασφαλίζεται η αντικειμενικότητα του και η συνεχής σχέση με τους δικαστικούς λειτουρ­γούς που έχουν την δικαιοδοτική αρμοδιότητα, θα είναι καθοριστική για τον έλεγχο και τη μείωση των ενδο-οικογενειακών δυσλειτουργιών, της κακοποίησης των παιδιών  και της  νεανικής  παραβατικότητας.
Δημήτρης Τσοποτός
Νομικός,  Επιμελητής  ανηλίκων  Ρόδου

ΕΠΙΜΕΛΟΥΜΑΙ-Τρίμηνη Εκδοση Επιμελητών Ανηλίκων Διακστηρίων Ανηλίκων 
Περίοδος Γ' Τεύχος 1ο