Τρίτη, 15 Μαρτίου 2011

Παραβατικότητα και Εγκληματικότητα: δύο έννοιες ταυτόσημες;

Το φαινόμενο της παρέκκλισης εξακολουθεί να ελκύει και να προβληματίζει την επιστημονική σκέψη. Είναι άραγε η παραβατικότητα μια δεδομένη οντότητα ενυπάρχουσα σε μια συμπεριφορά ή αποτελεί έναν χαρακτηρισμό που αποδίδεται σε μια έκφραση του ατόμου; Κατασκευάζεται ή αποτελεί μια αυτούσια και αναμφισβήτητη πραγματικότητα αναλλοίωτη διαμέσου των αιώνων;
          Οι απαντήσεις είναι συνυφασμένες με την κοινωνική δομή. Τι θεωρείται σε κάθε δεδομένο κοινωνικό σχηματισμό τέτοιας σημασίας ώστε να προστατευτεί με τη δημιουργία ποινικών νόμων και συνεπώς ποινικών κυρώσεων, διότι δεν αποκρυσταλλώνονται όλα τα ήθη σε κανόνες δικαίου. Κατά τον Newman η κατηγορία «φόνος» είναι σαν την ιδέα ενός καλαθιού με ψώνια. Θα έχει δηλαδή διαφορετικό περιεχόμενο σε διαφορετικά μέρη του κόσμου. Θα μπορούσαμε να υποστηρίξουμε ότι η παραβατικότητα ισοδυναμεί με την παράβαση κάποιου κανόνα δικαίου. Τότε όμως θα πρέπει να απαντήσουμε το ποιες συμπεριφορές από το πλήθος των ανθρώπινων συμπεριφορών ορίζονται ως παρεκκλίνουσες και με ποιο κριτήριο; Είναι ένα κριτήριο αντικειμενικό; Στην περίπτωση της ομοφυλοφιλίας που μέχρι το 1950 αποτελούσε παραβατική συμπεριφορά ποιο έννομο αγαθό προστατεύεται; Με βάση λοιπόν ποιο κριτήριο οι ομοφυλόφιλοι θεωρούνται παραβάτες, ότι παραβιάζουν τον ποινικό νόμο και επομένως πρέπει να υποστούν τις προβλεπόμενες κυρώσεις; Βλέπουμε ότι τα κριτήρια δεν είναι πάντα εμφανή ούτε κατ’ανάγκη δημιουργούνται από κάποια επιτακτική ανάγκη που καλείται να διαφυλάξει την ευημερία και αναπαραγωγή της υπάρχουσας κοινωνικής δομής. 
          Σύμφωνα με τον Dahrendorf και τους θεωρητικούς της κοινωνικής σύγκρουσης η κάθε κοινωνία ανάλογα με την οικονομική της οργάνωση, (καπιταλισμός, σοσιαλισμός) επιλέγει και το ανάλογο ποινικό αλλά και σωφρονιστικό σύστημα. Έτσι, με την αναγωγή της ανθρώπινης ελευθερίας και βούλησης ως το υπέρτατο αγαθό από θεωρητικούς όπως ο Ρουσσώ και την επακόλουθη βιομηχανική επανάσταση που είχε ανάγκη από φθηνά εργατικά χέρια, η ποινές μεταβάλλονται από θανατικές σε στερητικές τις ελευθερίας και οι φυλακές λειτουργούν «ανακουφιστικά» για την αγορά εργασίας. Σε περιόδους οπού η ζήτηση για εργατικά χέρια ήταν μεγαλύτερη από την προσφορά ο ποινικός κώδικας ήταν ηπιότερος και ο εγκλεισμός πιο σπάνιος, ενώ όταν η προσφορά ήταν μεγάλη ο νομοθέτης προέβλεπε εγκλεισμό για μικρότερης βαρύτητας εγκληματικές ή παραβατικές πράξεις.
          Έτσι, η παραβατικότητα πέρα από το αν αποτελεί μια αυτόνομη και αυθύπαρκτη πραγματικότητα, αποτελεί ως έννοια εργαλείο στα χέρια της εκάστοτε κοινωνίας προκειμένου να διαχειριστεί το υπάρχον διαθέσιμο εργατικό δυναμικό της. Συν τοις άλλοις η εκκλησία συνέβαλε και αυτή με το δικό της τρόπο στην ανακήρυξη πράξεων ως παραβατικών δίνοντας τη δυνατότητα στο νομοθέτη να τις ποινικοποιήσει, υπηρετώντας πιστά το σύστημα. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί ο χαρακτηρισμός της αγυρτείας και της αεργίας ως αμάρτημα από την εκκλησία δίδοντας στίγμα σε αυτόν που δεν πληροί τα κριτήρια του καλού χριστιανού που συμπτωματικά είναι και ο πλήρως υποταγμένος στις επιταγές της αγοράς εργασίας.
          Επομένως το φαινόμενο της παρέκκλισης σίγουρα καθορίζεται και προσδιορίζεται χρονολογικά. Κάτι που αποτελούσε παράβαση τον προηγούμενο αιώνα δεν είναι σίγουρο ότι αναγνωρίζεται ως τέτοιο στις μέρες μας, όπως για παράδειγμα η έκτρωση. Αλλά και συγκρινόμενο το φαινόμενο με άλλες χώρες και πάλι διαφαίνονται διαφορές. Για παράδειγμα η χρήση χασίς είναι απόλυτα νόμιμη στην Ολλανδία ενώ στην Ελλάδα αποτελεί ακόμα παραβατική συμπεριφορά. Συνεπώς, το τι είναι παρέκκλιση δεν μπορεί να ειδωθεί ξεχωριστά, ούτε να γίνει αντικείμενο μελέτης εκτός κοινωνίας, διότι οι ιστορικές, κοινωνικές, οικονομικές και πολιτικές συνισταμένες είναι αυτές που καθορίζουν το ποια έθιμα ή ήθη ή ανθρώπινες συμπεριφορές εν γένει θα αναγνωριστούν από τον νομοθέτη και τον ποινικό νόμο ως αντικείμενα του.
          Θα ήθελα στο σημείο αυτό να σταθώ στον προβληματισμό που υπάρχει σχετικά με το αν οι δύο αυτές έννοιες είναι ταυτόσημες, καθώς πολλές φορές συγχέονται στα ΜΜΕ θεωρώντας ότι ο παραβάτης ενός κανόνα δικαίου είναι κατ’ανάγκη και εγκληματίας.
          Σύμφωνα με τη θετικιστική εγκληματολογία, το έγκλημα υφίσταται ανεξάρτητα από το νομικό ορισμό του καθώς ως πράξη προσβάλλει θεμελιώδεις κοινωνικές αξίες και διεγείρει συλλογικές αντιδράσεις αποδοκιμασίας. Έτσι ο ποινικός νόμος αναγνωρίζει και επικυρώνει μια κοινωνική πραγματικότητα η οποία υπάρχει πριν και ανεξάρτητα από το νομικό της χαρακτήρα. Κατ’αυτή την έννοια, και οι δύο αυτές έννοιες παραβιάζουν τον ποινικό κανόνα και προσβάλλουν αξίες προστατευόμενες από την κοινωνία και το νομοθέτη. Είναι όμως ταυτόσημες; Η παραβίαση ενός κανόνα δικαίου συνεπάγεται αυτόματα την υπαγωγή της πράξης αυτής σε έγκλημα;
          Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα, κλειδί, στον προβληματισμό αυτό είναι η έρευνα που έχει γίνει για τους μετανάστες από την Αφρική οι οποίοι ερχόμενοι στην Ευρώπη μετέφεραν και τα έθιμά τους, πράγμα λογικό. Μέσα σε αυτά ήταν και ο γυναικείος ακρωτηριασμός, πράξη ανεπίτρεπτη και παρεκκλίνουσα για τις δυτικές πολιτισμένες κοινωνίες. Το έθιμο, λοιπόν, αυτό αποτελούσε παράβαση του δικαίου της χώρας υποδοχής καθιστώντας την μειονότητα αυτή ως παραβατική και συνεπώς υφίσταντο τις προβλεπόμενες κυρώσεις. Μπορεί όμως να χαρακτηριστεί ως έγκλημα και να τιμωρηθεί η παραδεκτή κατά μια φυλή ή πληθυσμό και μάλιστα ιδιαίτερα απαραίτητη για την κοινωνική συνοχή και αφομοίωση πράξη; Οι εν λόγω μετανάστες είναι εγκληματίες; Τελικά η παράβαση ενός κανόνα είναι ισοδύναμη με το χαρακτηρισμό της πράξης ως έγκλημα;  
          Καταλήγοντας, η έννοια της παραβατικότητας όπως και εκείνη της εγκληματικότητας αποτελούν μοναχά κατασκευές. Είναι κοινωνικές ιδέες που ορίζουν και προστατεύουν ένα μέρος του πληθυσμού, κάποιους κοινωνούς από κάποιους άλλους ανεξάρτητα από τη δικαιότητα και τη νομιμότητα της πράξης. Αν τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο τον είχαν κερδίσει οι δυνάμεις του Άξονα, δε θα μιλούσαμε για τη δίκη της Νυρεμβέργης ή απλά οι πρωταγωνιστές θα ήταν διαφορετικοί. Το τι δηλαδή αποτελεί παρέκκλιση, νομιμότητα, δικαιοσύνη και το τι τελικά έρχεται να επισφραγίσει ποινικά και νομικά ο κανόνας και ο νομοθέτης δεν είναι τίποτα άλλο από μια κοινωνική κατασκευή της εκάστοτε τάξης πραγμάτων, της υπάρχουσας οικονομικής, πολιτικής και κοινωνικής δομής.
της Κατερίνας Λιναρδάτου
Α. Ελληνική
  1. Κουκουτσάκη Αφροδίτη, Χρήση Ναρκωτικών Ομοφυλοφιλία, εκδόσεις Κριτική, Αθήνα 2002
  2. Τριβιζάς Ευγένιος, Θέματα Συγκριτικής Εγκληματολογίας Σημειώσεις, Αθήνα 1989
  3. Τσαλίκογλου Φωτεινή, Μυθολογίες βίας και καταστολής, έκδοση β’, εκδόσεις Παπαζήση, Αθήνα 1996
  4. Φαρσεδάκης Ιάκωβος, Στοιχεία Εγκληματολογίας, εκδόσεις Νομική Βιβλιοθήκη, Αθήνα 1996
  5. Φαρσεδάκης Ιάκωβος, Παραβατικότητα και Κοινωνικός έλεγχος των Ανηλίκων, εκδόσεις Νομική βιβλιοθήκη, Αθήνα 1985
Β. Ξενόγλωσση
  1. Sellin Thorsten, Πολιτισμική Σύγκρουση και Έγκλημα, εκδόσεις Νομική Βιβλιοθήκη, Αθήνα 2003