Πέμπτη, 14 Απριλίου 2011

Ψυχοδραστικές ουσίες και βία

ΨΥΧΙΑΤΡΟΔΙΚΑΣΤΙΚΗ
Εξαμηνιαία έκδοση του κλάδου Ψυχιατροδικαστικής της ΕΨΕ
3ο Τεύχος Ιούλιος-Δεκέμβριος 2010
Tζεφεράκος Γεώργιος, Ψυχίατρος-Επιστημονικά Συνεργάτης Ειδικού Ιατρείου Ψυχιατροδικαστικής,
Β' Ψυχιατρική Κλινική Ε.Κ.Π.Α., Νοσ/μείο "Αττικόν" 


Εισαγωγή
Η κατανόηση της συσχέτισης της βίας με τις ψυχοδραστικές ουσίες περνάει μέσα από την ανάλυση και μελέτη των διαφόρων εκφάνσεων του φαινομένου αυτού. Ερευνητές, πως ο Nadelman (1989) και ο Mugford (1992) έχουν προτείνει θεωρητικά μοντέλα, τα οποία προσπαθούν να εξηγήσουν το φαινόμενο αυτό. Τα μοντέλα αυτά είχαν περισσότερο κοινωνιολογικό προσανατολισμό, παίζοντας σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση πολιτικών περιορισμού της χρήσης ναρκωτικών, από διάφορα κράτη. Η πρώτη προσπάθεια ερμηνείας αυτής της συσχέτισης, πάντως, έγινε από τον Goldstein (1985). Αφού παρουσιαστεί το θεωρητικό αυτό μοντέλο, θα αναλυθούν, για κάθε μία από τις σημαντικότερες ψυχοδραστικές ουσίες οι περισσότεροι μηχανισμοί συσχέτισης των, με τη βία.
Παράγοντες συσχέτισης / Είδη Βίας . Σύμφωνα με τον Goldstein υπάρχουν τρεις διακριτοί παράγοντες συσχέτισης και αντίστοιχα είδη βίας:
1.       Ψυχοφαρμακολογική (psychopharmacological violence)
2.       Συστηματική (systemic violence)
3.       Οικονομική - καταναγκαστική (Economic – compulsive violence)
1)      Η ψυχοφαρμακολογική βία μπορεί να οφείλεται στην άμεση επίδραση μιας ουσίας (τοξίκωση) , στο αποτέλεσμα της μακροπρόθεσμης χρήσης της ουσίας αυτής ή να εμφανίζεται κατά την εξέλιξη του αντίστοιχου στερητικού συνδρόμου.
Τοξίκωση : Η τοξίκωση είναι το άμεσο φαρμακολογικό αποτέλεσμα, που επέρχεται με την λήψη μιας ουσίας. Έχουν προσταθεί , μεταξύ άλλων, τέσσερις κυρίως μηχανισμοί με τους οποίους μια ουσία δύναται άμεσα να οδηγήσει το χρήστη σε βίαιη συμπεριφορά : Α) Μέταβολές στην ψυχοκινητικότητα , με την χρήση ψυχοδιεγερτικών. Η διέγερση και το σύστημα ανταμοιβής ενισχύονται, ενεργοποιείται η αναζήτηση νέων συγκινήσεων, αυξάνεται η παρορμητικότητα και η επιθετική συμπεριφορά. Β) Μεταβολές στο σύστημα άγχους – απειλής. Μέσω μιας διαδικασίας μάθησης, οι άνθρωποι συνδέουν την επιθετικότητα με την αυξημένη πιθανότητα τιμωρίας. Μέσω αυτού του μηχανισμού, η ανάδυση επιθετικής παρόρμησης προκαλεί τη γέννηση άγχους, το οποίο με τη σειρά του δρα ανασταλτικά ως προς μια επιθετική εκδραμάτιση. Ουσίες που έχουν αγχολυτικές ιδιότητες , επιδρούν σε αυτόν τον ενδογενή, ανασταλτικό μηχανισμό, με αποτέλεσμα την αύξηση  της πιθανότητας μιας βίαιης αντίδρασης. Παράλληλα, μειώνεται και η  ικανότητα της σωστής εκτίμησης και αντίληψης μιας απειλής. Γ) Μεταβολές στην αίσθηση του πόνου. Φαίνονται ότι η αύξηση αλλά και η μείωση του ουδού του πόνου δύναται να οδηγήσει σε βίαιη συμπεριφορά. Στην περίπτωση ουσιών, που μειώνουν την αίσθηση του πόνου, αίρεται η ανασταλτική επίδραση που έχει η δυσάρεστη εμπειρία του σωματικού πόνου. Αντίθετα στις ουσίες που μειώνουν τον ουδό, μπορεί να παρατηρηθεί η ‘’αμυντική επιθετικότητα’’, με στόχο την αποφυγή της βίωσης έντονου πόνου. Δ) Μεταβολές στις ανώτερες νοητικές λειτουργίες. Ορισμένες ουσίες φαίνεται να επηρεάζουν τις γνωστικές ικανότητες, όπως τον σχεδιασμό και εκτέλεση συμπεριφορικών στρατηγικών, την έναρξη και διατήρηση στοχοκατευθυνόμενης συμπεριφοράς, την σωστή επεξεργασία, εκτίμηση και συσχέτιση των διαφόρων εσωτερικών και εξωτερικών ερεθισμάτων.
Νευροτοξική επίδραση – Παρατεταμένη χρήση: Η μακροχρόνια χρήση ορισμένων ψυχοδραστικών ουσιών προκαλεί νευροβιολογικές μεταβολές, οι οποίες δύνανται να οδηγήσουν στην εμφάνιση βίαιης συμπεριφοράς.
Σύνδρομο στέρησης: Ορισμένες ψυχοδραστικές ουσίες προκαλούν εξάρτηση. Αυτό σημαίνει ότι, σε περίπτωση απότομης διακοπής της λήψης της ουσίας αυτής, δύναται να αναπτυχθεί στερητικό σύνδρομο. Η εμφάνιση του συνδρόμου αυτού, πολλές φορές , μπορεί να οδηγήσει σε επιθετική συμπεριφορά.
2)      Η συστημική βία περιγράφει  τα επιθετικά συμπεριφορικά πρότυπα, που χαρακτηρίζουν  το σύστημα παραγωγής , μεταφοράς, πώλησης και χρήσης ναρκωτικών ουσιών. Παραδείγματα συστημικής βίας είναι: δολοφονίες ανταγωνιστών, πράξεις αντεκδίκησης για την πώληση προϊόντων κακής ποιότητας, επιβολή κανόνων σε κυκλώματα εμπορίας ναρκωτικών, βία μεταξύ των χρηστών, συγκρούσεις με την αστυνομία, ‘’εξαφάνιση’’ πληροφοριοδοτών.  Ένας σημαντικός αριθμός χρηστών, κάθε ουσίας, τελικά ενσωματώνεται στο κύκλωμα διακίνησης, αυξάνοντας έτσι τον κίνδυνο εμπλοκής του, είτε ως θύμα είτε ως θύτης, σε βίαιες πράξεις.
3)      Η οικονομική - καταναγκαστική βία είναι αυτή, που αναδύεται όταν οι χρήστες ουσιών εμπλέκονται σε εγκλήματα, που στόχο έχουν είτε την εξεύρεση της ουσίας είτε την εξεύρεση των αναγκαίων οικονομικών πόρων , έτσι ώστε να συνεχίσουν την χρήση. Σημαντικό ρόλο στην εμφάνιση αυτού του είδους της βίας είναι οι συνθήκες, υπό τις οποίες λαμβάνει χώρα ένα οικονομικό έγκλημα π. χ. στην αντίδραση του θύματος ή στην νευρικότητα του θύτη. Οι χρήστες σε παγκόσμια κλίμακα, ξοδεύουν ετησίως περίπου 500 δισεκατομμύρια δολάρια για την αγορά ναρκωτικών. Ένας εξαρτημένος χρειάζεται περίπου 88 ευρώ την ημέρα ή 30.410 ευρώ το χρόνο για την προμήθεια ηρωίνης ή κοκαΐνης. Από αυτά τα χρήματα, το 90% προέρχεται από παράνομες δραστηριότητες. Κατά μέσο όρο, το ετήσιο οικονομικό προϊόν εγκλήματος ενός εξαρτημένου ατόμου είναι 27.270 ευρώ. Τέλος, υπολογίζεται ότι το 50% του συνολικού προϊόντος των κλοπών και των διαρρήξεων, παγκοσμίως, ξοδεύεται στα ναρκωτικά.     

Είδη Ουσιών
Οι ουσίες των οποίων τη συσχέτιση με τη βία θα εξετάσουμε είναι:
·         Βενζοδιαζεπίνες
·         Οπιούχα – Οπιοειδή
·         Ινδική κάνναβις
·         Κοκαΐνη, αμφεταμίνη/ μεθαμφεταμίνη
·         PCP (φαινυλκυκλιδίνη)
·         Ψευδαισθησιογόνα
 
Α) Βενζοδιαζεπίνες (ΒΝΖ) : Οι βενζοδιαζεπίνες είναι από τα πλέον διαδομένα ψυχοτρόπα φάρμακα και χρησιμοποιούνται  για τις αγχολυτικές, υπναγωγικές, αντιεπιληπτικές, και μυοχαλαρωτικές τους ιδιότητες. Συχνά δε, χρησιμοποιούνται  σε προγράμματα απεξάρτησης για την ενίσχυση της δράσης της μεθαδόνης , για την αντιμετώπιση των ‘’παρενεργειών’’ από τη χρήση κοκαΐνης ή μεθαμφεταμίνης, για  την ανακούφιση από τα στερητικά συμπτώματα της ηρωίνης και του αλκοόλ. Πολλές φορές, πάντως, οι χρήστες εντάσσουν τις βενζοδιαζεπίνες στις υπό κατάχρηση ουσίες, ιδιαίτερα στις περιπτώσεις πολυτοξικομανίας ή όταν παράνομες ουσίες δεν είναι διαθέσιμες.  
Οι απόψεις για τη συσχέτιση ΒΝΖ και της βίας δεν είναι πλήρως συντεταγμένες. Φαίνεται ότι οι βενζοδιαζεπίνες σχετίζονται με την ανάδυση βίαιης συμπεριφοράς μέσω της αγχολυτικής τους ιδιότητας, καταργώντας δηλαδή, τον ανασταλτικό μηχανισμό του άγχους. Παράλληλα, επηρεάζουν και τη σωστή εκτίμηση μιας πιθανής απειλής, οδηγώντας σε επικίνδυνες συμπεριφορές. Η συσχέτιση πάντως αυτή, δεν είναι αποτέλεσμα μιας  αμιγούς φαρμακολογικής επίδρασης αλλά φαίνεται  να σχετίζεται και  με άλλους παράγοντες : υψηλή προϋπάρχουσα ενδογενή επιθετικότητα, εγκεφαλικές βλάβες ή σύνοδο κατάχρησης αλκοόλ. Άλλος σημαντικός παράγοντας είναι και η δοσολογία των βενζοδιαζεπινών, που όπως φαίνεται παίζει σημαντικό ρόλο στην τελική συμπεριφορική έκφραση μετά την χορήγηση των ουσιών αυτών. Τα εργαστηριακά ευρήματα αλλά και αναφορές περιστατικών, οι οποίες δείχνουν θετική συσχέτιση βενζοδιαζεπινών και επιθετικότητας, αναφέρονται σε χαμηλές δόσεις. Στο σημείο αυτό θα μπορούσε να οφείλεται και η αντιπαράθεση για τις ΒΝΖ και τη σχέση τους με τη βία, αφού αν χρησιμοποιηθούν σε μεγαλύτερες δόσεις, που οι κατασταλτικές  τους ιδιότητες είναι πιο έντονες, μπορεί να αναστέλλουν την επιθετικότητα. Αξίζει τέλος, να αναφέρουμε το φαινόμενο της άρσης αναστολών η της παράδοξης αντίδρασης μετά τη λήψη ΒΝΖ. Ορισμένες φορές, αντί για το αναμενόμενο αγχολυτικό και κατασταλτικό αποτέλεσμα, παρατηρείται διέγερση, επιθετικότητα ή ανάρμοστη συμπεριφορά.
Β) Οπιούχα – οπιοειδή ( μορφίνη, ηρωίνη, κωδεΐνη ) : Η χρήση των οπιούχων – οπιοειδών προκαλεί επιβράδυνση, καταστολή της ψυχοκινητικότητας & αναπνευστικής λειτουργίας, αναλγησία, αγχομείωση, αλλαγές στη διάθεση ( κυρίως ευφορία ), καταστολή της επιθετικότητας (έως ότου αναπτυχθεί ανοχή).
Αντίθετα, η απόσυρση τείνει να ενισχύει επιθετικοαμυντικές αντιδράσεις σε κάποια πρόκληση. Κατά τη διάρκεια του στερητικού συνδρόμου, το οποίο ξεκινά 8-12 ώρες από την τελευταία χρήση, εμφανίζονται διέγερση, ανησυχία, επιθετικότητα, ευερεθιστότητα, υπεραλγησία, δυσφορία, συμπτώματα υπερδραστηριότητας του Αυτόνομου Νευρικού Συστήματος, διάχυτα μυοσκελετικά άλγη, διάρροια και έντονη αναζήτηση της ουσίας. Η αναζήτηση δε αυτή, γίνεται τόσο έντονη, που ο χρήστης συχνά καταφεύγει  στη βία για να αποκτήσει πρόσβαση είτε στην ουσία είτε σε οικονομικούς πόρους για να την αγοράσει (οικονομική καταναγκαστική βία). Η δυσκολία παραγωγής και εύρεσης της οπιοειδών, ο μεγάλος αριθμός χρηστών καθώς και η τιμή τους οδηγεί στην εμφάνιση και συστημικής βίας.
Πάντως, όταν εξετάζεται η συσχέτιση οπιοειδών και βίας καλό είναι να λαμβάνεται υπ’ όψιν και τα χαρακτηριστικά της προσωπικότητας των ανθρώπων, που κάνουν χρήση των συγκεκριμένων ουσιών. Φαίνεται σε κάποιες μελέτες, ότι οι χρήστες  οπιοειδών έχουν αυξημένα επίπεδα ενδογενούς θυμού, οργής και επιθετικότητας. Μπορεί οι χρήστες να γίνονται βίαιοι για τους λόγους για τους οποίους κάνουν χρήση των ουσιών αυτών και όχι λόγω μιας απλής ψυχοφαρμακολογικής επίδρασης.
Γ) Ινδική κάνναβις (μαριχουάνα) : Η ινδική κάνναβις είναι η πιο διαδεδομένη, παράνομη ψυχοδραστική ουσία σήμερα. Η επίδραση της δεν είναι πάντοτε η ίδια σε όλα τα άτομα. Έχει σημασία η χρησιμοποιούμενη μορφή και δόση, η οδός χρήσης, η προσωπικότητα και οι προσδοκίες του χρήστη. Η χρήση της ουσίας προκαλεί αλλαγή του επιπέδου συνείδησης, ευφορία – χαλάρωση, αντιληπτικές διαταραχές διαταραγμένη αντίληψη του χρόνου, ενίσχυση αισθητηριακών εμπειριών δυσλειτουργία της βραχείας μνήμης, δυσχερή κινητικό συντονισμό και άμβλυνση των αντανακλαστικών. Σε ανθρώπους με  ιδιοσυγκρασιακή ευαισθησία μπορεί  να προκαλέσει ανησυχία, κρίσεις πανικού, παρανοειδή ιδεασμό & ψυχωσικές εκδηλώσεις. Η χρόνια χρήση της ουσίας μπορεί  να προκαλέσει το καλούμενο ‘’amotivational syndrome’’  ή ‘’σύνδρομο έλλειψης κινήτρων’’, που χαρακτηρίζεται από παθητικότητα, απόσυρση, ελλείμματα στην διαπροσωπική επικοινωνία, φτωχή κριτική ικανότητα και απάθεια.
Η ινδική κάνναβις, όπως δείχνουν όλες οι μελέτες, όχι μόνο δεν σχετίζεται  με αυξημένο κίνδυνο βίαιης συμπεριφοράς, αλλά αντίθετα φαίνεται να καταστέλλει την επιθετικότητα. Εξαίρεση σε αυτήν την διαπίστωση είναι δύο περιπτώσεις: Α) Η λήψη πολύ μεγάλων δόσεων ή πολύ ισχυρών μορφών της ουσίας, που οδηγεί σε μια κλινική εικόνα που δεν  διαφέρει αυτής των ψευδαισθησιογόνων. Ο συνοδός παρανοειδής ή παραληρητικός ιδεασμός μπορεί να κλιμακωθεί σε βίαιες πράξεις. Β) Πολλοί ερευνητές αναφέρουν την ύπαρξη ενός συνδρόμου απόσυρσης από την ινδική κάνναβη, αν και το τοξινομικό σύστημα DSM IV TR δεν αναγνωρίζει τέτοια νοσολογική οντότητα. Το σύνδρομο αυτό χαρακτηρίζεται από ανησυχία, ανορεξία, ευερεθιστότητα, αϋπνία και διαρκεί από μια εβδομάδα έως 10 μέρες. Φαίνεται, λοιπόν, ότι για ένα χρήστη ινδικής κάνναβις  ο μεγαλύτερος κίνδυνος βίαιης συμπεριφοράς είναι μέσα στην πρώτη εβδομάδα από την απότομη διακοπή της ουσίας.
Δ) Ψυχοδιεργετικά (κοκαΐνη, αμφεταμίνη, μεθαμφεταμίνη) : Η χρήση των ουσιών αυτών προκαλεί αλλαγές στη διάθεση , ευφορία, αίσθημα δύναμης και ιδιαιτέρων ικανοτήτων, αυξημένη αυτοπεποίθηση, ανορεξία, αισθητηριακή οξύτητα, διαχυτικότητα, αλλά και ευερεθιστότητα, επιθετικότητα, υπερεαπαγρύπνηση, καταναγκαστική συμπεριφορά, εκρήξεις βίας, ψυχοκινητική ανησυχία. Παράλληλα , μπορεί να αναπτυχθεί ψυχωτικής τάξεως συμπτωματολογία όπως ακουστικές/οπτικές/απτικές/κιναισθητικές ψευδαισθήσεις (συχνά απειλητικού περιεχομένου), παρανοειδής ιδεασμός, ντελίριο, σχιζοφρενικόμορφη ψύχωση (χρόνια χρήση). Η ψύχωση φαίνεται να αναπτύσσεται πιο εύκολα στην περίπτωση των αμφεταμινών , πιθανόν λόγω του μεγαλύτερου χρόνου ημίσειας ζωής και άρα δράσης των. Φαίνεται, μάλιστα, ότι η χρόνια χρήση αμφεταμίνης εμφανίζει τη μεγαλύτερη συσχέτιση με τη βία από κάθε άλλη ψυχοδραστική ουσία. Συχνά η κοκαΐνη λαμβάνεται και με άλλες ουσίες, όπως ηρωίνη (speedball)  ή το αλκοόλ (coca ethylene). Το σύνδρομο απόσυρσης από τα ψυχοδιεγερτικά χαρακτηρίζεται από την εμφάνιση κατάθλιψης, άγχους, ανησυχίας, έντονης αναζήτησης της ουσίας, αυτοκτονικού ιδεασμού (κίνδυνος αυτοκαταστροφικής απόπειρας) , αίσθημα κόπωσης, δυσάρεστα όνειρα και διαταραχές του ύπνου, αύξηση της όρεξης και ψυχοκινητική διέγερση ή καταστολή. Η βαρύτητα των συμπτωμάτων σε συνδυασμό  με την υψηλή τιμή αγοράς (κοκαΐνη) καθώς και μη ε τη δυσκολία εύρεσης καθιστούν το χρήστη ιδιαίτερα ευάλωτο σε πράξεις οικονομικής – καταναγκαστικής βίας. Ιδιαίτερα συχνά δε, είναι και τα φαινόμενα συστηματικής βίας, λόγω των μεγάλων κερδών και του συνεπακόλουθου ανταγωνισμού, στους μηχανισμούς διακίνησης της κοκαΐνης.
Η συσχέτιση, πάντως, της χρήσης ψυχοδιεγερτικών ουσιών με τη βία φαίνεται να είναι πολυπαραγοντική. Οι αντικοινωνικές και ψυχοπαθητικές προσωπικότητες έχουν συσχετισθεί με την αναζήτηση των νέων απολαύσεων (sensation seeking), η οποία με τη σειρά της έχει συνδεθεί με αυξημένη πιθανότητα έναρξης χρήσης ψυχοδραστκών ουσιών και ιδιαίτερα ψυχοδιεγερτικών. Επίσης, έχει διατυπωθεί  ότι η θεωρία ότι τα άτομα, που συγκεντρώνουν  τις περισσότερες πιθανότητες μιας βίαιης κλιμάκωσης είναι εκείνα που αναφέρουν  προγενέστερα προβλήματα ελέγχου των επιθετικών τους παρορμήσεων. Ιδιαίτερη μνεία θα γίνει στις ουσίες κρακ (crack cocaine) και 3,4 – Methylenedioxymethamphetamine (MDMA) ή ‘’Έκσταση’’.
Δ1) Κρακ: Η ουσία αυτή είναι ελεύθερη βάση κοκαΐνης σε κρυσταλλική μορφή, μετά την κατεργασία του υδροχλωρικού άλατος με μαγειρική σόδα. Πήρε το όνομά της από τον ήχο, που κάνουν οι κρύσταλλοι, όταν θερμαίνονται. Το κάπνισμα είναι  ο ταχύτερος τρόπος για να φτάσει μια ουσία στον εγκέφαλο, αφού έτσι αποφεύγει τον ηπατικό μεταβολισμό της πρώτης διελεύσεως. Η μορφή αυτή της κοκαΐνης , έχει ισχυρότερη  εξαρτησιογόνο ισχύ και φαίνεται να παρουσιάζει υψηλότερη συσχέτιση με τη βία σε σχέση με την ελεύθερη βάση, λόγω του ταχύτερου κύκλου δράσης (έναρξη – αποδρομή) , ο οποίος συνδέεται με αυξημένη ευερεθιστότητα και επιθετικότητα. Η συστημική βία παρουσιάζεται ιδιαίτερα αυξημένη, σε σχέση με άλλες παράνομες ουσίες , στο κύκλωμα διακίνησης κρακ. Μελέτες έχουν δείξει ότι οι έμποροι κρακ είναι πιο βίαιοι και διαπράττουν συχνότερα εγκλήματα που δεν σχετίζονται με τα ναρκωτικά, σε σχέση με άλλους εμπόρους ναρκωτικών.

Δ2) ‘’’Έκσταση’’ (MDMA):  Η ουσία προκαλεί ευφορία, αποπροσανατολισμό, σύγχυση, διαχυτικότητα, ενίσχυση της ψυχοσυναλλαγής, ένα αίσθημα αυξημένης ενσυναίσθησης και ενδοσκόπησης. Μελέτες σε ζώα έχουν δείξει ότι η χορήγηση MDMA σχετίζεται με μείωση της επιθετικότητας και αυτή η συσχέτιση είναι δοσοεξαρτώμενη. Παρ’ όλα αυτά, έχουν εγερθεί υπόνοιες ότι η μακροχρόνια χρήση MDMA μπορεί να οδηγήσει σε αυξημένη προδιάθεση για επιθετικότητα. Σε μια μελέτη των Gerra et al. φάνηκε ότι χρήστες έκστασης’’ εμφάνιζαν μεγαλύτερη επιθετικότητα , σε σχέση με το δείγμα ελέγχου. Αυτή δε η επιθετικότητα, ήταν ανάλογη του συνολικού χρόνου χρήσης της ουσίας και φαίνεται ότι σχετίζεται περισσότερο με τις φαρμακολογικές ιδιότητες της MDMA, παρά με στοιχεία της προσωπικότητας του χρήστη (νευροτοξική επίδραση).

Ε) Φαινυλκυκλιδίνη PCP (‘’angel dust, rocket fuel, soma, hog, ozone’’) : Η ουσία είναι ανταγωνιστής στους NMDA υποδοχείς και είχε χρησιμοποιηθεί αρχικά, στην ιατρική ως αναισθητικό. Η χρήση όμως αυτή σταμάτησε, καθώς αποδείχτηκε ότι προκαλεί μια ψυχωσικόμορφη – ψευδαισθητική εικόνα στους ασθενείς. Ο χρόνος δράσης της ουσίας είναι ιδιαίτερα μεγάλος και η αποδρομή της τοξίκωσης μπορεί να απαιτήσει μέχρι και έξι εβδομάδες. Η εμπειρία της τοξίκωσης περιγράφεται ως ευφορική μόνο στο 50% των περιπτώσεων και το αποτέλεσμά της είναι δοσοεξαρτώμενο. Σε μικρότερες δόσεις, προκαλεί έντονη αναλγησία, αμνησία, ντελίριο, αστάθεια, βραχείες διασχιστικές εμπειρίες, διαταραχές στη σκέψη, αποπροσωποποίηση, συμπαθητικοτονία (αύξηση του καρδιακού ρυθμού, της αρτηριακής πίεσης και του αναπνευστικού ρυθμού), δυσαρθρία, οπτικές διαταραχές  κι έναν ιδιαίτερου τύπου νυσταγμό. Η χρήση υψηλότερων δόσεων προκαλεί κατατονία , ψευδαισθήσεις, παρανοϊκό ιδεασμό, εχθρικότητα, επιθετικότητα με εκρήξεις βίαιης συμπεριφοράς, παραληρητικές ιδέες, αποπροσανατολισμό και ελλειμματική κρίση, ενασχόληση με τον θάνατο ( ιδέες θανάτου και κίνδυνος αυτοκαταστροφικής απόπειρας). Σε πολύ υψηλές δόσεις εμφανίζονται κώμα, υπερπυρεξία, επιληπτικές κρίσεις και ραβδομυόλυση. Η χρόνια χρήση προκαλεί σχιζοφρενικόμορφη ψύχωση, διαταραχές της σκέψης και της ομιλίας, μνημονικές δυσκολίες, κατάθλιψη και απώλεια βάρους.
Φαίνεται, λοιπόν, ότι βίαιη συμπεριφορά εκδηλώνεται είτε άμεσα, ως αποτέλεσμα της λήψης της ουσίας, αλλά και δευτερογενώς, λόγω της ψυχωσικόμορφης εικόνας, που αναπτύσσεται μετά από μακροχρόνια χρήση. Πάντως, η σχετιζόμενη με τη χρήση του PCP επιθετικότητα, αλληλεπιδρά και με άλλους παράγοντες, όπως με τα χαρακτηριστικά της προσωπικότητας, με το ιστορικό της χρήσης και με πιθανή ψυχιατρική συννοσηρότητα.

Στ)  Διαθυλαμίδη του Λυσεργικού Οξέος (LSD): Το LSD ανήκει στην ευρύτερη κατηγορία των ψευδαισθησιογόνων και παρουσιάζει βιομηχανικές ομοιότητες με τη σεροτονίνη. Πωλείται σε μορφή δισκίων, καψουλών ενώ υπάρχει και υγρή μορφή. Σταγόνες από διάλυμα ενσταλάζονται σε κύβους ζάχαρης ή σε μικρά κομμάτια διηθητικού χαρτιού. Κάθε κομμάτι έχει τυπωμένες διάφορες εικόνες, αντιπροσωπεύει μια δόση και λαμβάνεται υπογλώσσια (‘’τρυπάκια’’).
Η λήψη της ουσίας προκαλεί διαταραχές στην αντίληψη, στην σκέψη και στο συναίσθημα : οπτικές παραισθήσεις και ψευδαισθήσεις, αίσθημα επιβράδυνσης του χρόνου, αίσθημα ότι οι ήχοι γίνονται ορατοί και χρώματα γίνονται ακουστικά ερεθίσματα, υπερακούσια και γενικά αυξημένη αισθητηριακή οξύτητα, αποπροσωποίηση και αποπραγματοποίηση, ‘’διάσχιση’’ ή ‘’επέκταση’’ του εγώ, ευφορία ή συναισθηματική αστάθεια, ελλειμματική κρίση, αποπροσανατολισμό, παρανοειδές αίσθημα μεγαλείου, αλλαγές στην προσωπικότητα, μαγική σκέψη. Σωματικά συμπτώματα, που εμφανίζονται κατά τη χρήση είναι η μυδρίαση, η εφίδρωση, η ταχυκαρδία, η αύξηση της αρτηριακής πίεσης και της θερμοκρασίας, η ανορεξία, η ναυτία και η ξηροστομία, ζάλη, υπνηλία, μυϊκή αδυναμία, τρόμος. Το τελικό αποτέλεσμα πάντως, από τη λήψη LSD εξαρτάται από την προσωπικότητα και τη συναισθηματική κατάσταση του χρήστη και τις συνθήκες υπό τις οποίες γίνεται ή χρήση. ‘’Κακό ταξίδι’’ καλείται η δυσάρεστη εμπειρία μετά από χρήση LSD, η οποία χαρακτηρίζεται από αίσθημα απώλειας της λογικής, ανησυχία, ναυτία, έντονο άγχος και μπορεί να προσομοιάζει μια κρίση πανικού.
Τα ψευδαισθησιογόνα εμφανίζουν ισχυρή και ταχύτατη ανοχή, ακόμα και μετά τη λήψη μιας και μόνο δόσης. Ένα άλλο ενδιαφέρον στοιχείο της χρήσης ψευδαισθησιογόνων είναι το φαινόμενο ‘’flashback’’, δηλαδή η αιφνίδια επαναβίωση των συμπτωμάτων της τοξίκωσης, διάρκειας μερικών δευτερολέπτων έως κάποιων ωρών, χωρίς πρόσφατη λήψη της ουσίας, ημέρες ή ακόμα και χρόνια από την τελευταία χρήση.
Οι μέχρι τώρα μελέτες, δείχνουν ότι η χρήση LSD δεν πυροδοτεί βίαιη συμπεριφορά από μόνη της, αλλά μόνο σε έδαφος  συνοδού ψυχοπαθολογίας. Πιο συχνά είναι τα φαινόμενα βίαιων θανάτων από ατυχήματα και αυτοκαταστροφικές συμπεριφορές π. χ. εάν κάποιος νομίζοντας ότι μπορεί να πετάξει, το δοκιμάσει.
Συμπεράσματα
Η πιο συχνά καταγεγραμμένη μορφή βίας είναι η συστημική. Η ουσία που εμφανίζει την ισχυρότερη συσχέτιση με την βία είναι το νόμιμα πωλούμενο, αλκοόλ. Για κάποιες από τις ψυχοδραστικές ουσίες, που μελετήσαμε, υπάρχουν σαφείς ενδείξεις ότι σχετίζονται με βίαιη συμπεριφορά, ενώ κάποιες άλλες ενδείξεις είναι ασαφείς ή αρνητικές. Πάντως, η συσχέτιση μεταξύ της χρήσης μιας ουσίας και της εμφάνισης επιθετικότητας είναι ένα φαινόμενο πολύπλοκο, πολυπαραγοντικό και σε πολλές πτυχές του άγνωστο. Μόνο η πλήρης κατανόηση των σημαντικών αλληλεπιδράσεων μπορεί να οδηγήσει στην αποτελεσματική του αντιμετώπιση.  
Βιβλιογραφία
Δουζένης, Α., Λύκουρας, Λ. (2008). Ψυχιατροδικαστική. Αθήνα: Εκδόσεις Π.Χ.Πασχαλίδης.
Λιάππας,Ι.Α.,Πομίνι, Β. (2006). Ουσιοεξάρτηση.Σύγχρονα θέματα. Αθήνα:ITACA-Ελληνικό τμήμα.
Αλεβιζόπουλος, Γ. (1999). Δικαστική Ψυχιατρική. Αθήνα: Εκδόσεις Παρισιάνου Α.Ε.
Stahl, Stephen M. Stahl's Essential Psychopharmacology. Neuriscientific Basis and Practical Applications.3rd Edition
Hoaken, Peter N.S., Stewart, Sherry H. Drugs of abuse and the elicitation of human aggresive behaviour. Addictive Behaviors 28 (2003) 1553-1554
Boles, Sharon M., Miotto, Karen. Substance abuse and violence. A review of the literature. Aggerssion and Violent Behaviour 8(2003) 155-174