Παρασκευή, 17 Ιουνίου 2011

ΔΟΥΛΕΥΟΝΤΑΣ ΜΕ ΚΡΑΤΟΥΜΕΝΕΣ ΓΥΝΑΙΚΕΣ ΠΟΥ ΑΥΤΟΤΡΑΥΜΑΤΙΖΟΝΤΑΙ: ΕΚΤΙΜΗΣΗ ΤΟΥ ΕΚΦΡΑΖΟΜΕΝΟΥ ΣΥΝΑΙΣΘΗΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ


Criminal Behaviour and Mental Health
21: 63–74 (2011)
Published online in Wiley Online Library
(wileyonlinelibrary.com) DOI: 10.1002/cbm.795

ESTELLE MOORE1, SARA ANDARGACHEW2 AND PAMELA J. TAYLOR3,
1Centralised Groupwork Service, Newbury Therapy Unit, Broadmoor Hospital,
Crowthorne, Berkshire, UK; 2The Oxford Clinic, Littlemore Hospital, Sandford
Lane, Oxford, UK; 3School of Medicine, Cardiff University, Cardiff, UK
                                        
ΕΙΣΑΓΩΓΗ
Τα ποσοστά αυτοκτονιών στις φυλακές παρουσιάζουν διακυμάνσεις, αλλά είναι γενικά υψηλότερα απ' ό, τι στην ευρύτερη κοινότητα. Κατά τη διάρκεια των ετών 1999 έως 2003, 42 γυναίκες αυτοκτόνησαν στις βρεττανικές φυλακές (Corston, 2007) . Στην Αγγλία και την Ουαλία από το 1978 ως το 2003, 1 στους 1000 άντρες και 3 στις 1000 γυναίκες αφαίρεσαν τη ζωή τους στη φυλακή (Βρετανικό Υπουργείο Δικαιοσύνης, 2007). Το ήμισυ του πληθυσμού των υπόδικων γυναικών κρατουμένων εμφάνιζε αυτοκτονικό ιδεασμό κατά το τελευταίο έτος και το 27% είχε αποπειραθεί να αυτοκτονήσει. Δικαιολογημένα, οι πλειοψηφία των ερευνών έχει εστιάσει στους κρατούμενους, αλλά το προσωπικό φυλακών, καθώς επίσης και άλλοι κρατούμενοι και οι οικογένειες , είναι πιθανό να επηρεαστούν από τις αυτοκτονίες ή και τις σοβαρές απόπειρες. Τα στοιχεία που υπάρχουν το επιβεβαιώνουν (Arnold, 2005) αν και ορισμένα μέλη του προσωπικού είναι ίσως απρόθυμα να αναγνωρίσουν τη δυσφορία (Snow and McHugh, 2002). Έχουν αναφερθεί επιπτώσεις όπως σύνδρομο εργασιακής εξουθένωσης, ευερεθιστότητα και απελπισία (Pompili et al., 2006).
 Στις υγειονομικές υπηρεσίες, οι  σχέσεις του ιατρονοσηλευτικού προσωπικού με ασθενείς που επικοινωνούν τη δυσφορία τους μέσω των αυτοκαταστροφικών συμπεριφορών χαρακτηρίζονται συχνά από συναισθηματική απόσταση και εχθρότητα, που μπορούν να οδηγήσουν στην αλλοτρίωση των σχέσεων και συνεπώς σε αναποτελεσματικές υπηρεσίες (Watts and Morgan, 1994).
Από τη δεκαετία του 70’ και έπειτα αναπτύσσεται πλούσια βιβλιογραφία για τη σχέση ορισμένων πτυχών του ψυχοκοινωνικού περιβάλλοντος (παραδοσιακά στις οικογένειες) και των επιδράσεων αυτού σε άτομα με ψυχικές διαταραχές, καθιστώντας το εκφραζόμενο συναίσθημα μια εξαιρετικά χρήσιμη έννοια (
Wearden et al., 2000; Hooley, 2007). To υψηλό EΣ τυπικά χαρακτηρίζεται από επικριτική στάση, μερικές φορές εχθρότητα, συγκριτικά χαμηλή ζεστασιά ή/ και έντονη ανάγκη για έλεγχο του πάσχοντα από τον φροντιστή (Leff and Vaughn, 1985).  Αντίθετα, το χαμηλό EΣ αφορά ελάχιστη ή και απουσία κριτικής, απουσία εχθρότητας και ενδείξεις  αυθόρμητης θετικής σχέσης και έκφραση ζεστασιάς προς το άτομο που πάσχει. Η σχέση μεταξύ του περιβάλλοντος και της πρόγνωσης είναι σαφής και έχει επιιβεβαιωθεί με την πάροδο του χρόνου σε σχέση με τη διάγνωση της σχιζοφρένιας (Kavanagh, 1992). Οι χαμηλού ΕΣ συμμαχίες του προσωπικού με ασθενείς έχουν συσχετισθεί με σημαντικά  πλεονεκτήματα για εκείνους που αναρρώνουν  από ψυχικές ασθένειες (Ball et al., 1992; Tattan and Tarrier, 2000).
Τα υψηλά σκορ ΕΣ στο υγειονομικό προσωπικό έχουν συσχετισθεί με την έκθεσή τους στην εχθρότητα, τη μη συνεργασία και την παρορμητικότητα των νοσηλευομένων (Heinssen et al., 1983), την αποδιοργανωμένη συμπεριφορά και τη γνωστική επιδείνωση (Heresco-Levy et al., 1999), ή την επιθετική συμπεριφορά των ασθενών  προς το νοσηλευτικό προσωπικό. Σε ένα τέτοιο πλαίσιο το προσωπικό μπορεί εξαντληθεί συναισθηματικά (Dennis and Leach, 2007; Nathan et al., 2007) . Στα  οξέα  ψυχιατρικά τμήματα, η επιδείνωση των σχέσεων προσωπικού-ασθενών μπορεί να αποτελέσει προγνωστικό δείκτη αυτοκτονικών συμπεριφορών (Holmes, 2002). Η φύση της θεραπευτικής συμμαχίας ασθενών-προσωπικού διαδραματίζει έναν σημαντικό ρόλο σε όλα τα πλαίσια και μπορεί να αποτελέσει τη βάση για τη θεραπευτική αλλαγή (Horvath, 2001; Ma, 2007). Η αξιολόγηση του ΕΣ του προσωπικού έχει συνδεθεί με τις αποδόσεις που κάνουν σχετικά με τις συμπεριφορές των ασθενών. Ορισμένες μελέτες που βρίσκουν μια σύνδεση μεταξύ του υψηλού EΣ και συμπεριφορών, όπως επιθετικότητα και αναζήτηση προσοχής, οι οποίες είναι πιθανό να προκαλέσουν τους πόρους του προσωπικού(Berry et al., 2010). Αυτό δεν συμβαίνει πάντοτε, ωστόσο (Barrowclough et al., 1994, 2001; Tattan and Tarrier, 2000; Moore et al., 2002).
Σκοπός της παρούσας  έρευνας είναι η διερεύνηση της δυνατότητας να αξιολογηθεί το ΕΣ του προσωπικού φυλακών που εργάζεται με χρονίως αυτοκαταστροφικές κρατούμενες γυναίκες. Η υπόθεσή μας ήταν ότι, μεταξύ αυτών που θα ήταν  σε θέση να ολοκληρώσουν μια συνέντευξη, οι περισσότεροι θα λάμβαναν υψηλές βαθμολογίες ΕΣ. Επίσης προβλέψαμε ότι τα κρίσιμα σχόλια θα κατευθύνονταν σε υψηλής συχνότητας εναντιωματικές συμπεριφορές.

ΜΕΘΟΔΟΣ
Το περιβάλλον
 Σε μια πολυπληθή φυλακή υπόδικων γυναικών  επιλέχθηκαν  δύο μονάδες με τα σταθερά υψηλότερα ποσοστά αυτοκτονικών  συμπεριφορών. Οι δυο μονάδες ευθύνονταν για 125 απόπειρες αυτοκτονίας μέσα σε ένα μήνα, 6 μήνες πριν από τη συλλογή δεδομένων. Πιο συγκεκριμένα αναφερόμαστε σε μια μονάδα ψυχικής υγείας 30 κλινών (εξυπηρετώντας κατά μ.ο. 30 άτομα/μηνιαίως) και σε μια μονάδα αποτοξίνωσης 40 κλινών (εξυπηρετώντας κατά μ.ο. 195 άτομα/μηνιαίως), στεγάζοντας γυναίκες με ψυχικές διαταραχές και διαταραχές χρήσης ουσιών αντίστοιχα. Τόσο η ύπαρξη ψυχικής ασθένειας όσο και η χρήση ουσιών αποτελούν ισχυρούς παράγοντες κινδύνου για αυτοτραματισμό και απόπειρα αυτοκτονίας, ειδικά στις φυλακές (Fazel et al., 2008).



 Οι συμμετέχοντες
To μόνιμο προσωπικό των μονάδων που εργαζόταν σε πρωινές βάρδιες κλήθηκε να συμμετάσχει κατά τη διάρκεια 6 διαδοχικών μηνών του 2003. Δεδομένου ότι το EΣ αφορά την αξιολόγηση ποιοτικών στοιχείων της σχέσης,  η σχέση πρέπει να διαρκεί αρκετά προκειμένου να αξιολογηθεί και γι’ αυτό το λόγο το προσωπικό που εργαζόταν σε νυχτερινές βάρδιες και το προσωρινό προσωπικό αποκλείστηκε από τις αξιολογήσεις. Λαμβάνοντας υπόψη το κλειστό περιβάλλον, και την ταχύτητα της εναλλαγής κρατουμένων στις μονάδες, συμπεριλάβαμε δυάδες στις οποίες οι κρατούμενες και το προσωπικό γνωρίζονταν από  3 μήνες και πάνω. Στη μονάδα ψυχιατρικής περίθαλψης, 6 νοσηλεύτριες,  4 φροντιστές  και 10 σωφρονιστικοί υπάλληλοι ήταν επιλέξιμοι και στη μονάδα αποτοξίνωσης, 4 νοσηλεύτριες , 2 φροντιστές και 9 σωφρονιστικοί  υπάλληλοι.
Η Διαδικασία
Οι συμμετέχοντες βεβαιώθηκαν ότι τα στοιχεία θα ήταν απολύτως εμπιστευτικά και ότι όλα τα αρχεία συνέντευξης θα αρχειοθετούνταν ασφαλώς και ανώνυμα στο Πανεπιστήμιο. Πληροφορήθηκαν ότι ο ερευνητής θα έπαιρνε γενικά σημειώσεις, αλλά ότι θα υπήρχε και  ένα σύντομο τμήμα της συνέντευξης που θα ηχογραφούνταν προκειμένου να ελεγχθεί η  αξιοπιστία των αξιολογήσεών.
 Με τη συγκατάθεση του προσωπικού ο ερευνητής πραγματοποίησε μια ημιδομημένη συνέντευξη διάρκειας μιάμισης ώρας σχετικά με τις εμπειρίες τους στη φυλακή, και τις αυτοκαταστροφικές συμπεριφορές ειδικότερα. Έπειτα, κάθε συμμετέχων κλήθηκε να σκεφτεί μία κρατούμενη που είχε αποπειραθεί να αυτοκτονήσει ή είχε αυτοτραυματισθεί και με την οποία είχε εργαστεί τουλάχιστον για τρεις μήνες. Στη συνέχεια, χωρίς ερωτήσεις και σχόλια από τον ερευνητή ο κάθε συμμετέχων κλήθηκε να μιλήσει για αυτήν ακολουθώντας τις κάρτες που είχαν μπροστά τους με τις κάτωθι ερωτήσεις:
·        Τι είδους πρόσωπο είναι η Χ;
·        Πόσο εύκολο είναι να γνωρίσει κάποιος την Χ;
·        Πώς είναι να εργάζεται κάποιος με την Χ;
·        Τι είδους πράγματα κάνει η Χ που είναι δύσκολο να αντιμετωπίσθούν;
·        Τι είδους πράγματα κάνει η Χ που μπορείτε να εκτιμήσετε σε εκείνη;

Σε αυτό το κομμάτι της συνέντευξης ζητήθηκε η συγκατάθεση των συμμετεχόντων για ηχογράφηση.
        
Ανάλυση Δεδομένων
Προκειμένου να είναι έγκυρο ένα δείγμα ηχογραφημένης ομιλίας θα πρέπει να είναι ευδιάκριτο, να διαρκεί τουλάχιστον 5 λεπτά και να περιέχει υλικό από κάθε κάρτα υποδείξεων. Οι κασέτες βαθμολογήθηκαν από δύο ερευνητές σύμφωνα με την διαδικασία FMSS (Magana et al., 1986). Η ηχογράφηση είναι απαραίτητη καθώς ο αξιολογητής λαμβάνει υπόψη εκτός από το περιεχόμενο, τον τόνο της φωνής και τον ρυθμό ομιλίας. Ένα σχόλιο το οποίο είναι επικριτικό τόσο ως προς το περιεχόμενο, όσο και ως προς τον τόνο (οξύθυμο, εχθρικό) υποδηλώνει υψηλό ΕΣ. Όπως χρησιμοποιείται εδώ, το EΣ είναι μια διχοτομική μεταβλητή. Το σχόλιο δεν υποδηλώνει υψηλό ΕΣ εφόσον ο τόνος της φωνής είναι ουδέτερος ή θετικός, ακόμα και αν το περιεχόμενο είναι επικριτικό. Έπειτα από τυφλές αξιολογήσεις δεν υπήρξε καμία διαφωνία μεταξύ των αξιολογητών.
Τα ηχητικά δείγματα απομαγνητοφωνήθηκαν και αναλύθηκαν θεματικά.

 ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ

Γενικά χαρακτηριστικά του δείγματος
Τριάντα τρεις από τους τριάντα πέντε υπαλλήλους που επιλέχτηκαν, συμφώνησαν αρχικά να συμμετάσχουν αλλά λόγω δυσκολιών στον προγραμματισμό πραγματοποιήθηκαν συνεντεύξεις με 11 άτομα από το προσωπικό της υγειονομικής μονάδας και 7 άτομα από το προσωπικό της μονάδας απεξάρτησης. Η μέση ηλικία των συμμετεχόντων ήταν 33 έτη (εύρος 20-57) και ο μέσος όρος  εργασιακής εμπειρίας στις φυλακές τα 6,6 χρόνια (εύρος 3 μήνες έως 25 χρόνια).
 Όλοι οι συμμετέχοντες είχαν εμπειρία με αυτοκαταστροφικές συμπεριφορές κρατουμένων, 4 είχαν φίλους ή συγγενείς που είχαν αποπειραθεί να αυτοκτονήσουν, 7 είχαν βιώσει απόπειρες αυτοκτονίας σε προηγούμενα πόστα εργασίας (οι 3 ολοκληρωμένες απόπειρες). Οι πιο συνήθεις μέθοδοι σοβαρού αυτοτραυματισμού ή απόπειρας αυτοκτονίας στους τρεις μήνες πριν από την έναρξη των συνεντεύξεων ήταν τα κοψίματα, απόπειρες απαγχονισμού και άναμμα φωτιάς στα κελιά. Οι προσωπικές εμπειρίες που ανέφερε  το προσωπικό αφορούσαν το κόψιμο θηλιών, τη μεταφορά αποπειρώντων σε νοσοκομεία (8 υπάλληλοι) ενώ, 10 υπάλληλοι είχαν εμπλακεί σε ένα από  τα επεισόδια πυρκαγιάς όπου τόσο οι ίδιοι όσο και αρκετοί κρατούμενοι χρειάστηκαν θεραπεία λόγω εισπνοής καπνού.

Η βαθμολογία του ΕΣ και η θεματική ανάλυση
 Μόνο 2 στις 9 γυναίκες που συμμετείχαν και 2 στους 6 άνδρες βαθμολογήθηκαν με υψηλά ΕΣ σύμφωνα με το FMSS. Έτσι, 11 στις 15 συνεντεύξεις αξιολογήθηκαν με χαμηλό ΕΣ. Το δείγμα  ήταν πολύ μικρό για στατιστική ανάλυση αλλά δεν υπήρχε καμία διαφοροποίηση του ΕΣ σε σχέση με τον τομέα, την ηλικία, το προφίλ των συμπτωμάτων και το χρονικό διάστημα εργασιακής εμπειρίας. Τα θέματα που προέκυψαν από την ανάλυση περιεχομένου, παρουσιάζονται στον πίνακα 1, με ενδεικτικά αποσπάσματα για το καθένα.
Σε όλες σχεδόν τις αξιολογήσεις χαμηλού ΕΣ, το προσωπικό ξεκινούσε με ένα σχόλιο που ήταν ουδέτερο έως αρνητικό, αλλά όχι επικριτικό ως προς το ύφος (π.χ αυτή είναι ένα πολύ μπερδεμένοάτομο) αλλά στη συνέχεια, μετά από μια περιγραφή των αρχικών δυσκολιών της σχέσης, υπήρχαν ενδείξεις ζεστών και θετικών σχολίων. Ένα θέμα ήταν αυτό της επιμονής, δηλαδή ότι με το πέρασμα του χρόνου η εργασία με τις γυναίκες κρατούμενες μπορούσε να ανταμείψει το προσωπικό. Άλλα  θετικά θέματα που  προέκυψαν από το υλικό αφορούσαν την ικανότητα για σεβασμό προς την κρατούμενη «τα καταφέρνει ακόμα παρόλη τη κακομεταχείριση που έχει υποστεί», την κατανόηση, οπου το προσωπικό εκλαμβάνει τους αυτοτραυματισμούς και τις απόπειρες αυτοκτονίας ως έκφραση αισθημάτων ματαίωσης και απελπισίας που δεν ήταν υπό έλεγχο της κρατούμενης, το δικαίωμα στην υποστήριξη «Ήταν μια τόσο άσχημη περίοδος της ζωής της…». Οι αναφορές που έκανε το προσωπικό στην επίδραση τον αυτοκτονικών συμπεριφορών γίνονταν με σαφή διάκριση  ανάμεσα στις χωρίς πρόθεση θανάτου αυτοτραυματικές συμπεριφορές και στις απόπειρες αυτοκτονίας «τις περισσότερες φορές δεν μας το λένε… προγραμματίζουν να το κάνουν όταν θα έχει ησυχία το βράδυ, χωρίς να το υποψιαζόμαστε».

ΠΙΝΑΚΑΣ 1 : Θέματα στην ανάλυση περιεχομένου των δειγμάτων πεντάλεπτων δειγμάτων της συνέντευξης  σχετιζόμενα
με τα επίπεδα του  ΕΣ

Ενδείξεις ζεστασιάς και θετικών σχολίων
Επικριτικές παρατηρήσεις που απευθύνονται σε
·        Επαναλαμβανόμενες ή
·        Εναντιωματικές ενέργειες

ΕΠΙΜΟΝΗ : «Η σχέση καλλιεργήθηκε με τον χρόνο: Μου ήταν ευχάριστο να δουλεύω μαζί της»
ΑΙΣΘΗΣΗ ΤΗΣ ΚΡΑΤΟΥΜΕΝΗΣ ΩΣ ΠΡΟΣΩΠΟ ΠΟΥ ΑΞΙΖΕΙ ΤΗΝ ΥΠΟΣΤΗΡΙΞΗ «Ήταν μια τόσο κακή περίοδος στη ζωή της: Ήταν εύκολο να την προσεγγίσω και η συνεργασία έκανε καλό και στους δυο μας»
ΑΠΟΔΟΣΕΙΣ ΤΗΣ ΑΣΘΕΝΕΙΑΣ ΚΑΙ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΗ ΤΩΝ ΘΕΤΙΚΩΝ ΑΛΛΑΓΩΝ:  « Ήρθε εδώ ψυχωτική και τώρα είναι μια τελείως διαφορετική γυναίκα».
ΣΕΒΑΣΜΟΣ ΣΤΟΝ ΣΤΙΣ ΠΡΟΣΠΑΘΕΙΕΣ ΤΩΝ ΚΡΑΤΟΥΜΕΝΩΝ «Ήταν μια έξυπνη κυρία: με έκανε να αναθεωρήσω τις σκέψεις μου, για το τι είναι η ζωή, αντέχει ακόμα μετά από τόσες καταχρήσεις». 

«Ήταν πολύ μάταιο να δουλεύεις μαζί της. Κάποιες μέρες ήταν το ίδιο ξανά και ξανά συνεχώς να δένουμε επιδέσμους…»
«Σβήναμε συνεχώς τις πυρκαγιές και αφαιρούσαμε συνέχεια  τις θηλιές από το λαιμό της…Υπήρχαν κι άλλες που χρειάζονταν βοήθεια και χρόνο, εκείνη όμως έκανε κατάχρηση φαρμάκων και ξέφευγε,  ήξερε ότι και οι άλλες ήταν άρρωστες, αλλά θα τραβούσε την προσοχή των άλλων πάνω της».
«Δεν υπήρχε τίποτα που μπορούσαμε να κάνουμε για να αισθανθεί καλύτερα. Ήταν δύσκολο να την βοηθήσουμε, ήταν ενοχλητικό. Δεν μπορούσαμε να την παρακολουθούμε συνεχώς».
«Μπορούσε να γίνει πολύ, πολύ πεισματάρα… χτυπούσε, ούρλιαζε, φώναζε στο προσωπικό, δεν ήταν και πολύ συμπαθητικό πρόσωπο». «Πυρκαγιές- Αυτή προγραμμάτιζε τι επρόκειτο να κάνει, προγραμμάτιζε και προγραμμάτιζε. Θα κάλυπτε το πρόσωπό της με υγρά καλύμματα ενώ εμείς δεν είχαμε μάσκες προσώπου’’.

Τα έντονα μαύρα γράμματα αναφέρουν τα μέρη των δειγμάτων των πεντάλεπτων ομιλιών που εκφράστηκαν με οξύθυμους ή εχθρικούς τόνους, και συνεπώς αποτελούσαν υψηλό ΕΣ.

Το υψηλό ΕΣ συνδέθηκε με τα συναισθηματικά φορτισμένα επικριτικά σχόλια, τονίζοντας τα άκρα της  φύσης και της συχνότητας των αυτοκαταστροφικών συμπεριφορών: «θα προγραμμάτιζε πυρκαγιές… θα έκρυβε το πρόσωπο της με τα υγρά καλύμματα, αλλά εμείς δεν είχαμε μάσκες καπνού», «αφαιρούσαμε συνέχεια  τις θηλιές από το λαιμό της», το προσωπικό νιώθει αβοήθητο («Δεν υπήρχε τίποτα που μπορούσαμε να κάνουμε για να αισθανθεί καλύτερα») ή τόσο απασχολημένο που δεν μπορεί να ανταποκριθεί στις ανάγκες άλλων κρατουμένων («Υπήρχαν κι άλλες που χρειάζονταν βοήθεια και χρόνο, εκείνη όμως έκανε κατάχρηση φαρμάκων και ξέφευγε,  ήξερε ότι και οι άλλες ήταν άρρωστες, αλλά θα τραβούσε την προσοχή των άλλων πάνω της»).

 ΣΥΖΗΤΗΣΗ

Η μέτρηση του  ΕΣ του προσωπικού των φυλακών αποδείχθηκε εφικτή αν και μόνο το μισό από το σύνολο του επιλέξιμου προσωπικου ολοκλήρωσε μια ηχογραφημένη συνέντευξη σχετικά με μία κρατούμενη που γνώριζε για ένα συγκεκριμένο χρονικό διάστημα  επαρκές για να έχουν αναπτυχθεί σχέσεις συνεργασίας. Τα εμπόδια στην ολοκλήρωση έγκυρων συνεντεύξεων περιελάμβαναν τις διακοπές, την έλλειψη κατάλληλου χώρου για τη διενέργεια συνεντεύξεων και την έλλειψη χρόνου από την πλευρά του προσωπικού. Πιθανότατα το δείγμα δεν περιέλάμβανε προσωπικό που αντιμετώπιζε προβλήματα κι έτσι η θέση κινδύνου καλύφθηκε από την έλλειψη διαθεσιμότητας. Επίσης, είναι εύλογο ότι κάποιοι υπάλληλοι απέφευγαν να συζητήσουν ένα τόσο δύσκολο κομμάτι της εργασίας τους γεγονός που ίσως ααντικατοπτρίζεται στην  άρνηση των 3 υπαλλήλων να ηχογραφηθούν παρόλο που είχαν δώσει τη συγκατάθεση τους. Παρ’ όλα αυτά υπήρξαν γνήσια πρακτικοί λόγοι για τους οποίους δεν ήταν όλοι διαθέσιμοι για τη συνέντευξη κατά τη διάρκεια των 6 μηνών της συλλογής δεδομένων.
Αντίθετα με την πρόβλεψή μας, οι συμμετέχοντες είχαν περισσότερες πιθανότητες να βαθμολογηθούν με χαμηλό EΣ σε σχέση με το πρόσωπο που επέλεξαν για την περιγραφή. Είναι πιθανό  τα αποτελέσματα να υπόκεινται σε προκαταλήψεις  επιλογής συμμετεχόντων, αν και τελικά τα άτομα του προσωπικού που συμμετείχε και οι μη συμμετέχοντες, δεν διέφεραν στα ουσιώδη χαρακτηριστικά όπως η κλινική εμπειρία ή το χρονικό διάτημα προυπηρεσίας στις φυλακές. Μια άλλη εξήγηση των ευρημάτων μας μπορεί να αφορούν προκαταλήψεις συνεργασίας. Οι συμμετέχοντες είχαν τη δυνατότητα να επιλέξουν ελεύθερα το άτομο που θα περιγράψουν,  έτσι μπορεί να επέλεξαν μια κρατούμενη για την οποία μπορούσαν να πουν θετικά πράγματα. Είναι δύσκολο να τοποθετηθεί αυτό στα πλαίσια της ήδη υπάρχουσας βιβλιογραφίας, δεδομένου ότι οι προηγούμενες  έρευνες σχετικά με το ΕΣ του προσωπικού αφορούσαν άτομα που εργάζονταν με ψυχωσικούς ασθενείς.  Άλλα ποιοτικά στοιχεία όσον αφορά άτομα με διαταραχές προσωπικότητας, που ίσως πλησιάζουν περισσότερο το προφίλ των κρατουμένων, εστιάζουν στο περιεχόμενο των συνεντεύξεων με το προσωπικό και όχι με το ΕΣ. Υπήρξε μια ένδειξη στις διαπιστώσεις μας ότι αναλογικά οι άντρες εμφανίζουν υψηλότερο ΕΣ από τις γυναίκες συνάδελφούς τους. Το δείγμα μας ωστόσο ήταν πολύ μικρό παρόλο που μπορεί να έχει σημασία σε σχέση με τα ευρήματα των Dennis & Leach (2007) για την ύπαρξη συσχέτισης ανάμεσα στο υψηλό ΕΣ αρρένων επαγγελματιών υγείας και στη χαμηλή αυτοπραγμάτωση και στην αποπροσωποποίηση του ρόλου τους.
Η αξιολόγηση του ΕΣ με οικογένειες αφορά  σταθερές σχέσεις που προηγούνται της εκδήλωσης  της ασθένειας (
Leff και Vaughn 1985). Στην παρούσα έρευνα σχεδόν όλες οι σχέσεις που εξετάσθηκαν αφορούσαν 3μηνη συνεργασία. Ειδικά για τη μονάδα απεξάρτησης, οι εναλλαγές κρατουμένων ήταν συχνές. Οι περισσότεροι από τους κρατούμενους που περιγράφονται ωστόσο,είχαν φυλακισθεί επανειλημμένως. Μια άλλη πιθανή εξήγηση του χαμηλού ΕΣ θα μπορούσε να είναι η συναισθηματική αποφυγή. Ως μέρος αυτής της μελέτης, προσφέθηκαν για το προσωπικό ομάδες υποστήριξης αλλά η συμμετοχή σε αυτές ήταν τόσο μικρή που έπρεπε να διακοπούν πάλι εξαιτίας πρακτικών λόγων που αναφέρθηκαν. Σε αυτή την περίπτωση, αυτή η  αποφυγή μπορεί να είναι προστατευτική ενάντια στην εμφάνιση της αρνητικότητας, εχθρικών και επικριτικών  στάσεων.
 Μια εξήγηση που προκύπτει από τα στοιχεία μας περισσότερο παρά από τους  περιορισμούς  της έρευνας έγκειται στη φύση των αποδόσεων του προσωπικού για τις αυτοκαταστροφικές συμπεριφορές. Όπως  περιγράφεται, το προσωπικό ήταν πιθανό να αναγνωρίσει ότι οι κρατούμενες πέρασαν φοβερές δυσκολίες, και ήταν σε θέση να κάνει παραχωρήσεις για αυτό. Αυτό ταιριάζει με προηγούμενες έρευνες που  συσχετίζουν το προφιλ αποδόσεων με το επίπεδο του ΕΣ στο κλινικό επίπεδο. Αποτελεί  μια συνεπή διαπίστωση ότι όταν θεωρείται πως οι συμπεριφορές βρίσκονται υπό τον έλεγχο του ατόμου τότε ο φροντιστής είναι πιθανότερο να αναπτύσσει υψηλό ΕΣ  και/ή μια απαισιόδοξη στάση απέναντι  στην πολυπαραγοντική παθολογία (Markham και Trower, 2003). Όπως περιγράφεται, σε αυτήν την φυλακή, το χαμηλό EΣ συνοδεύθηκε γενικά με αποδόσεις ασθένειας και κατανόηση των κοινωνικών δυσκολιών της κρατούμενης, το οποίο υποδεικνύει  ότι οι σχέσεις χαμηλού EΣ  μεταξύ του προσωπικού και των φυλακισμένων ήταν έγκυρες και ενδεχομένως εξαιρετικά ενθαρρυντικές συμμαχίες στις περισσότερες περιπτώσεις, παρά τις  περίπλοκες και δυσάρεστες  κλινικές  παρουσιάσεις.  Ολοκληρώνουμε με ένα τελικό απόσπασμα:
«Νιώθεις σαν να αγωνίζεσαι διαρκώς, είναι δύσκολο να την βοηθήσεις. Είναι ενοχλητικό γιατί δεν μπορείς να την παρακολουθείς συνέχεια. Αισθάνθηκα πραγματικά θλίψη γι’ αυτήν. Απλά φαινόταν τόσο άδεια όταν κοίταξα τα μάτια της».

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Adshead G (2002) Three degrees of security: Attachment and forensic institutions. Criminal
Behaviour and Mental Health 12(suppl. 2):S31–S45.
Arnold H (2005) The effects of prison work. In Liebling A, Maruna S (eds) The Effects of
Imprisonment. Uffculme Cullompton, Devon, UK: Willan Publishing pp 391–420.
Ball RA, Moore E, Kuipers L (1992) Expressed emotion in community care staff. A comparison
of patient outcome in a nine month follow-up of two hostels. Social Psychiatry and Psychiatric
Epidemiology 27: 35–39.
Barrowclough C, Hooley JM (2003) Attributions and expressed emotion: A review. Clinical
Psychology Review 23: 849–880.
Barrowclough C, Haddock G, Lowens I, Connor C, Pidliswyj J, Tracey N (2001) Staff expressed
emotion and causal attributions for client problems on a low secure unit: An exploratory study.
Schizophrenia Bulletin 27: 517–526.
Barrowclough C, Johnston M, Tarrier N (1994) Attributions, expressed emotion and patient
relapse: Attributional model of relatives’ response to schizophrenic illness. Behaviour Therapy
25: 67–88.
Berry K, Barrowclough C, Haddock G (2010) The role of expressed emotion in relationships
between psychiatric staff and people with a diagnosis of psychosis: A review of the literature.
Schizophrenia Bulletin, doi:10/1093/schbul/sbp162.
Braun V, Clarke V (2006) Using thematic analysis in psychology. Qualitative Research in Psychology
3: 77–101.
Brewin CR, MacCarthy B, Duda K, Vaughn C (1991) Attribution and expressed emotion in the
relatives of patients with schizophrenia. Journal of Abnormal Psychology 100: 546–554.
Corston J (2007) A Report of a Review of Women with Particular Vulnerabilities in the Criminal
Justice System. London: Home Offi ce.
Cottle M, Kuipers L, Murphey G, Oakes P (1995) Expressed emotion, attributions and coping in
staff who have been victims of violent incidents. Mental Handicap Research 8: 163–183.
Dennis AM, Leach C. (2007) Expressed emotion and burnout: The experience of staff caring for
men with learning disability and psychosis in a medium secure setting. Journal of Psychiatric
and Mental Health Nursing 14: 267–276.
Fazel S, Benning R, Danesh J (2005) Suicides in male prisoners in England and Wales. Lancet
366: 1301–1302.
Fazel S, Cartwright J, Norman-Nott A, Hawton K (2008) Suicide in prisoners: A systematic review
of risk factors. Journal of Clinical Psychiatry 69: 1721–1731.
Guba, EG (1981) Criteria for assessing the trustworthiness of naturalistic inquiries. Educational
Communication and Technology Journal 29: 75–91.
Heinssen RK, Hooley JM, Minarik ME, Israel SB, Fenton WS (1993) Expressed emotion in psychiatric
hospital staff. Abstracts of the Fourth International Congress on Schizophrenia Research.
Schizophrenia Research 10: 265.
Heresco-Levy U, Ermilov M, Giltsinsky B, Lichtenstein M, Blander D (1999) Treatment-resistant
schizophrenia and staff rejection. Schizophrenia Bulletin 25: 457–465.
Holmes J (2002) Acute wards: problems and solutions. Creating a psychotherapeutic culture in
acute psychiatric wards. Psychiatric Bulletin 26: 383–385.
Hooley JM (2007) Expressed emotion and relapse of psychopathology. Annual Review of Clinical
Psychology 3: 329–352.
Horvath AO (2001) The therapeutic alliance: Concepts, research and training. Australian
Psychologist 36: 170–176.
Kavanagh DJ (1992) Recent developments in expressed emotion in schizophrenia. British Journal
of Psychiatry 160: 601–620.
Kurtz A, Turner K (2007) An exploratory study of the needs of staff who care for offenders with
a diagnosis of personality disorder. Psychology and Psychotherapy: Theory, Research and Practice
80: 421–435.
Leff J, Vaughn C (1985) Expressed Emotion in Families: Its Signifi cance for Mental Illness. London:
Guilford Press.
Ma K (2007) Attachment theory in adult psychiatry. Part 2: Importance to the therapeutic relationship.
Advances in Psychiatric Treatment 13: 10–16.
Magana AB, Goldstein MJ, Karno M, Miklowitz DJ, Jenkins J, Falloon IRH (1986) A brief method
for assessing expressed emotion in relatives of psychiatric patients. Psychiatry Research 17:
203–212.
Markham D, Trower P (2003) The effects of the psychiatric label ‘borderline personality disorder’
on nursing staffs’ perceptions and causal attributions for challenging behaviour. British Journal
of Clinical Psychology 42: 243–256.
Ministry of Justice (2007) Statistical Bulletin Offender management caseload statistics 2006; 115.
http://www.justice.gov.uk/docs/omcs2006.pdf. [5 November 2010].
Moore E, Kuipers E (1999) The measurement of expressed emotion in relationships between staff
and service users: The use of short speech samples. British Journal of Clinical Psychology 38:
345–356.
Moore E, Kuipers L, Ball R (1992) Staff-patient relationships in the case of the long-term adult
mentally ill: A content analysis of expressed emotion interviews. Social Psychiatry and
Psychiatric Epidemiology 27: 28–34.
Moore E, Yates M, Mallindine C, Ryan S, Jackson S, Chinnon N, Kuipers E, Hammond S (2002)
Expressed emotion in relationships between staff and patients in forensic services: Changes
in relationship status at 12 month follow-up. Legal and Criminological Psychology 7: 203–218.
Morse JM, Barrett M, Mayan M, Olson K, Spiers J (2002) Verifi cation strategies for establishing
reliability and validity in qualitative research. International Journal for Qualitative Methods
1(2): 13–22.
Nathan R, Brown A, Redhead K, Holt G, Hill J (2007) Staff responses to the therapeutic environment:
A prospective study comparing burnout among nurses working on male and female
wards in an MSU. Journal of Forensic Psychiatry and Psychology 18: 342–352.
Pompili M, Rinaldi G, Lester D, Girardi P, Ruberto A, Tatarelli R (2006) Hopelessness and suicide
risk emerge in psychiatric nurses suffering from burnout and using specifi c defence mechanisms.
Archives of Psychiatric Nursing 20: 135–143.
Singleton N, Meltzer H, Gatward R, Coid J, Deasy D (1998) Psychiatric Morbidity and Prisoners in
England and Wales. London: The Stationery Offi ce.
Snow L, McHugh M (2002) The aftermath of a death in custody. In Towl GJ, Snow L. McHugh
M (eds) Suicide in Prisons. Oxford: Blackwell pp. 135–155.
Tattan T, Tarrier N (2000) The expressed emotion of case managers of the seriously mentally ill:
The infl uence of expressed emotion on clinical outcomes. Psychological Medicine 30:
195–204.
van Humbeeck G, van Audenhove C (2003) Expressed emotion of professionals towards mental
health patients. Epidemiologia e Psichiatria Sociale 12: 232–237.
Wearden AJ, Tarrier N, Barrowclough C, Zastowny TR, Rahill AA (2000) A review of expressed
emotion research in health care. Clinical Psychology Review 20: 633–666.
Watts D, Morgan G (1994) Malignant alienation. British Journal of Psychiatry 164: 11–15.
Whittington R, Richter D (2005) Interactional aspects of violent behaviour on acute psychiatric
wards. Psychology, Crime & Law 11: 377–388.


Address correspondence to: Pamela J Taylor, School of Medicine, Cardiff
University, Cardiff CF14 4XN, UK. Email: taylorpj2@cardiff.ac.uk.