Τρίτη, 26 Οκτωβρίου 2010

Μια κριτική ματιά στη θεωρία «του γενημμένου εγκληματία»

της Κατερίνας Λιναρδάτου
Κοινωνιολόγος 
Πριν από τις μεταρρυθμίσεις του 19ου αιώνα, οπότε και άλλαξε η μέθοδος μελέτης του ανθρώπου, επικρατούσε η εξουδετερωτική αντίδραση και απάντηση στον δράστη. Η εξουδετέρωση αυτή μπορούσε να πάρει δυο μορφές, είτε ήταν μόνιμη είτε προσωρινή. Οι κυρώσεις που προβλέπονταν κατά συνέπεια ανάλογα με την απάντηση ήταν, η εξορία, η απομόνωση, ο ακρωτηριασμός και η θανατική ποινή.
Αυτή η κατάσταση αλλάζει και αναθεωρείται με την έλευση του θετικισμού, ο οποίος στηρίζεται στην παρατήρηση και στην ανάλυση των πραγματικών φαινομένων και στην κατά συνέπεια εξαγωγή γενικών πορισμάτων. Σηματοδοτεί, λοιπόν, την άνοδο της επιστήμης και την πτώση της θρησκείας ως βάση εξήγησης του κόσμου. Στην περίοδο αυτή κυριαρχούν οι βιολογικές και ψυχολογικές προσεγγίσεις και επομένως η αντίδραση έχει θεραπευτικό περιεχόμενο. Επικρατεί το ιατρικό μοντέλο και η θεραπεία του εγκληματία θα γίνει είτε με φάρμακα είτε με επεμβάσεις, όπως η λοβοτομή. Οι αντιλήψεις αυτές, όπως είναι λογικό έχουν αντίκτυπο και στην σωφρονιστική πολιτική, εφόσον μετακυλίεται το ενδιαφέρον από την πράξη, στην μεταχείριση του εγκληματία και στο ίδιο το δρών υποκείμενο, μέσα από την διερεύνηση αιτίων και παραγόντων που το ώθησαν να περάσει το εγκληματικό κατώφλι. Έτσι, στα πλαίσια αυτά, οι έγκλειστοι θεωρούνται θύματα της κακής βιολογικής τους κατάστασης και της κοινωνίας, γι αυτό προτείνεται η αποκατάσταση των δραστών και όχι η ανταπόδοση του κακού που έκαναν. Οι αόριστες ποινές, η αναστολή της ποινής υπό δοκιμασία και φυλακές, με επαγγελματικές και εκπαιδευτικές δυνατότητες, είναι κατάλληλες για εγκληματίες, των οποίων οι πράξεις οφείλονται στην κοινωνία. Στην περίπτωση που τα αίτια είναι βιολογικά, δεν θα πρέπει να υπάρχει τιμωρία και απάνθρωπη μεταχείριση, καθώς κάτι τέτοιο θα ήταν μάταιο. Οι ποινές αποκαλούνται πλέον μέτρα και η προστασία της κοινωνίας, κοινωνική άμυνα, είναι ο κύριος στόχος της κρατικής αντίδρασης απέναντι στο έγκλημα. Οι αθεράπευτοι, λοιπόν, εγκληματίες πρέπει να απομονωθούν, ενώ εκείνοι που μπορούν να αναμορφωθούν, να βελτιωθούν και να επακοινωνικοποιηθούν.[1
Μέσα σε αυτή την επιστημονική ατμόσφαιρα, ο Caesare Lombroso, ψυχίατρος των φυλακών, άρχισε να μελετά τον εγκληματία άνθρωπο προσπαθώντας να δημιουργήσει έναν κλάδο της Ανθρωπολογίας που να αφορά συγκεκριμένα τον εγκληματία, την Εγκληματική Ανθρωπολογία.[2]
Επηρεασμένος, λοιπόν, από την επιστήμη της Ανθρωπολογίας και τη θεωρία του Δαρβίνου, σκέφτηκε ότι ο εγκληματίας πρέπει να είναι ένα ιδιαίτερο ανθρωπολογικό είδος που δεν είχε ομαλή βιολογική εξέλιξη. Η ιδέα του αυτή ήταν απόρροια των θεωριών του Lamarck, για την εξέλιξη των ειδών, και του Haeckel, ο οποίος είχε υποστηρίξει ότι κάθε άνθρωπος κατά την εμβρυακή φάση της εξέλιξής του διατρέχει συνοπτικά όλα τα στάδια της εξέλιξης, περνάει δηλαδή από όλα τα είδη της ζωής μέχρι το είδος άνθρωπος. Έτσι, ο Lombroso κατέληξε στην υπόθεση ότι ο γεννημένος εγκληματίας ήταν ένας άνθρωπος, ο οποίος δεν ολοκλήρωσε αυτή την συνοπτική εξέλιξη, αλλά κατά την εμβρυακή ζωή του κάπου σταμάτησε, με αποτέλεσμα να μείνουν μέσα του  χαρακτηριστικά προγενέστερων ειδών, στοιχεία ανεξέλεγκτου όντος. Είναι με άλλα λόγια ένας άνθρωπος με μερικά χαρακτηριστικά κατώτερου βιολογικού όντος (αταβιστικά κατάλοιπα)[3].
Οι προσπάθειες αποδυνάμωσης της θεωρίας αυτής έρχονται από την Γαλλία, από την λεγόμενη Γαλλική Ψυχιατρική Σχολή, οι οποίοι προέβαλαν ως εξήγηση του εγκληματία την θεωρία του εκφυλισμού. Εισάγεται λοιπόν, η έννοια του κληρονομικού εκφυλισμού, ο οποίος μπορεί να προέρχεται από αρρώστιες των γονιών, όπως σύφιλη, βλάβες του νευρικού συστήματος από αλκοολισμό ή άλλες βαριές περιπτώσεις τοξικής προέλευσης ή τέλος από κληρονομικά στίγματα που πηγάζουν από τους προγόνους τους και μπορεί να είναι εγκληματογόνα.
Ο Lombroso ασπάζεται και αυτή την εκδοχή, χωρίς ταυτόχρονα να αρνείται και την πρώτη και την ενσωματώνει στην κατηγορία των εκ γενετής εγκληματιών.
Η θεωρία του όμως εξελίχθηκε περαιτέρω εξαιτίας ενός στρατιώτη, του Misdea, ο οποίος φαινομενικά χωρίς να συντρέχει λόγος, σκότωσε πολλούς συναδέλφους του. Αυτό το γεγονός ώθησε τον Lombroso να σκεφτεί ότι η επιληψία δύναται να αποτελέσει αιτία εμφάνισης εγκληματικής συμπεριφοράς (Misdeismo).  Μετά από έρευνες κατέληξε στο ότι πολλές περιπτώσεις εγκληματικότητας οφείλονται σε επιληψία ψυχικού τύπου (χωρίς σπασμικές κρίσεις). Πρόσθεσε, λοιπόν, και την επιληψία, την ψυχική νόσο δηλαδή, ως τρίτη αιτία που μπορεί να δημιουργήσει τον τύπο του γεννημένου εγκληματία (αταβιστική, εκφυλιστική, ψυχική νόσος).
Βασική θέση της θεωρίας του είναι, ότι ο εγκληματικός τύπος ή γεννημένος εγκληματίας συγκεντρώνει ορισμένα σωματικά χαρακτηριστικά, κάποια σωματικά γνωρίσματα βιολογικής κατωτερότητας, μερικά από τα οποία συναντιούνται στα πιθηκοειδή. Ανάμεσα σ’αυτά είναι, η ασυμμετρία του κρανίου ή του προσώπου, το μεγάλο ινιακό τρήμα (η βάση του κρανίου), το πολύ μικρό και προς τα πίσω μέτωπο, τα μάτια βυθισμένα στις κόγχες και το αγριωπό βλέμμα. Ακόμα, συγκαταλέγονται τα σαρκώδη και προεξέχοντα χείλια, η ανώμαλη οδοντοφυΐα, οι διαστροφές των γενετήσιων χαρακτηριστικών στα γεννητικά όργανα, ο εξαιρετικού βαθμού προγναθισμός, το υπερβολικά μεγάλο άνοιγμα των δύο χεριών, η έλλειψη από γένια κ.α. Εκτός όμως από τα ανωτέρω χαρακτηριστικά που αναφέρονται στο σώμα και την διάπλαση, διακρίνεται και από μια σειρά ψυχικών ιδιαιτεροτήτων, όπως η αναλγησία στον ψυχικό και στον σωματικό πόνο, η έλλειψη προβλεπτικότητας, ο υπερβολικός εγωισμός, η οκνηρία, η ψυχική αστάθεια και η ηθική αναισθησία.
Κατά τον Lombroso, λοιπόν, κάθε γεννημένος εγκληματίας συγκεντρώνει ορισμένα από τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά που αναφέρθηκαν, τουλάχιστον πέντε. Όσο περισσότερα διαθέτει, τόσο μεγαλύτερη είναι η πιθανότητα να εμφανίσει εγκληματική συμπεριφορά και δράση.
Βλέπουμε επομένως, ότι η παρεκκλίνουσα συμπεριφορά εξετάζεται ως σύμπτωμα μιας ιδιαίτερης προσωπικότητας ή μιας ιδιαίτερης κοινωνικής κατάστασης. Μιλάμε για το έγκλημα, ως μια έννοια εκριζωμένη από την πολυπλοκότητα των κοινωνικών σχέσεων, που εδράζεται σε ατομικά χαρακτηριστικά και προσβάλει θεμελιώδεις κοινωνικές αξίες.
Έννοιες όπως, στίγμα, κοινωνική κατασκευή, ταυτότητα δεν περιλαμβάνονται σε ένα τόσο σύνθετο φαινόμενο όπως το εγκληματικό. Η κοινωνία, ο ποινικός νόμος και οι φορείς του επίσημου κοινωνικού ελέγχου δεν μελετώνται και δεν αναλύεται ο ρόλος και η επίδρασή τους στην νοηματοδότηση μιας πράξης ως παρεκκλίνουσας ή ως ποινικά κολάσιμης. Γιατί, κάθε πράξη μπορεί να χαρακτηριστεί ως παρεκκλίνουσα, χωρίς αυτό να εξαρτάται από τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της. Επομένως, ο κοινωνικός έλεγχος δεν θα πρέπει να μελετηθεί ως απάντηση σε μια προβληματική κατάσταση, αφού αυτή δεν υπάρχει per se, αλλά ως μέρος αυτής.
Η θεωρία του γεννημένου εγκληματία, θα λέγαμε ότι, αποτελεί ένα γόνιμο έδαφος πάνω στο οποίο ταυτόχρονα απενοχοποιούνται και νομιμοποιούνται οι μηχανισμοί κατασκευής τόσο της πράξης ως εγκληματικής όσο και του υποκειμένου ως εγκληματία. Έτσι, τα σωματικά και ψυχικά γνωρίσματα, που αναφέρει ο θετικισμός για τον γεννημένο εγκληματία, μετατρέπονται και αποκρυσταλλώνονται ως μια αδιαμφισβήτητη πραγματικότητα, πάνω στην οποία αναζητούμε αίτια και δομούνται στερεότυπα και προκαταλήψεις. Στερεότυπα που αναφέρονται τις περισσότερες φορές σε χαρακτηριστικά των κατώτερων κοινωνικοοικονομικών στρωμάτων, δημιουργώντας την πεποίθηση, για παράδειγμα, ότι οι «φτωχοί» ή οι μετανάστες, αποτελούν τάξεις που ρέπουν προς την εγκληματικότητα. Αυτή η θέση αγνοεί το μέρος των εγκλημάτων που τελείται από ανώτερα κοινωνικά στρώματα και υπάγεται στην κατηγορία του λευκού κολλάρου.
Δεν είναι τυχαίο λοιπόν, ότι ανέκαθεν ο ποινικός νόμος στιγμάτιζε συμπεριφορές και άτομα που δεν είχαν πρόσβαση στην εξουσία και στην δημιουργία των ποινικών κανόνων. Αυτό μπορεί να εξηγηθεί όχι μόνο ως έλλειψη πρόσβασης, αλλά και ως προσπάθεια ελέγχου των στρωμάτων αυτών, μέσω του στιγματισμού και των προκαταλήψεων. Άλλωστε, είναι γνωστό ότι οι στατιστικές και τα στοιχεία που έχουμε και πάνω στα οποία βασιζόμαστε, είναι αυτά της επίσημης εγκληματικότητας. Αυτό έχει τεράστια σημασία, μιας και η καταγεγραμμένη εγκληματικότητα αποτελεί ένα μικρό, μόνο μέρος του συνόλου των εγκληματικών πράξεων, μιας και το μεγαλύτερο τμήμα ανήκει στην σφαίρα του σκοτεινού αριθμού της εγκληματικότητας. Έτσι, οι πολιτική που ακολουθείται, η εικόνα που έχουμε για το προφίλ και τα χαρακτηριστικά του δράστη είναι αποτέλεσμα αυτού του μικρού αριθμού της εγκληματικότητας. Αυτό σημαίνει ότι άτομα που δύνανται να διαφύγουν ή να αποφύγουν τον στιγματισμό μιας φυλάκισης ή μιας δίκης, δεν καταγράφονται στις στατιστικές και έτσι η εικόνα του εγκληματούντος είναι πλασματική. Είναι, επομένως, μια εικόνα που αναφέρεται σε όλους αυτούς που, δεν έχουν τον τρόπο και την δυνατότητα να γλιτώσουν από την διαδικασία του χαρακτηρισμού τους ως εγκληματία και της υιοθέτησης από μέρος τους της εγκληματικής ταυτότητας.



[1] Α.Χάϊδου, Το Σωφρονιστικό Σύστημα, Νομική Βιβλιοθήκη, Αθήνα 1996, σ. 19
[2] Α.Γιωτοπούλου-Μαραγκοπούλου, Εγχειρίδιο Εγκληματολογίας, Νομική Βιβλιοθήκη, Αθήνα 1984, σ. 88
[3] Βλέπε υποσημείωση 2

2 σχόλια:

  1. Συγχαρητήρια για την δημοσίευση σας! Θα ήθελα να σας ενημερώσω ότι θα χρησιμοποιήσω μερικώς το άρθρο σας στην σελίδα του ιστολογίου: http://oantikrisths.blogspot.gr/2015/01/blog-post_30.html

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Σας ευχαριστούμε για τα καλά σας λόγια και για την ενημέρωση.

      Διαγραφή